"Και στο λήσταρχο ψωμί και στ' απόσπασμα χαμπέρι! "

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

πανίτσα



                                            ΠΑΝΙΤΣΑ
                    
«Η ξυλίνη στρογγυλή βάσις, όπου γίνεται η έκθλιψις του ελαιοκάρπου, πολτοποιημένου σε τσαντίλα, που πατιέται με τα πόδια για την εξαγωγή του λαδιού, ή που τοποθετούνται οι «σφυρίδες» του ξυλίνου πιεστηρίου» Σπύρου Θ. Χρηστίδη, Συλλογή Γλωσσικού Λαογραφικού και άλλου Υλικού από το χωριό Κοκκινιά Θεσπρωτίας Ηπείρου, σ. 400. «Τσαντίλα λέγουν στο χωριό και το σακκί, που βάζουν τον πολτό ελαιοκάρπου και με πάτημα με τα πόδια βγάζουν το λάδι. Με την πρωτόγονο αυτή μέθοδο, που έχει σχεδόν εγκαταλειφθή πλέον, όπως και τα παλιά ελαιοτριβεία με ξύλινα πιεστήρια, εκθλίβουν τον πρώτο που πέφτει από τα ελαιόδενδρα καρπό, πριν από την κανονική ωρίμασι κι συλλογή. Χρησιμοποιούν: 1) την «πανίτσα», μια ξύλινη στρογγυλή βάσι με στόμιο εκροής. 2) την «τσαντίλα» με τον πολτοποιημένο ελαιόκαρπο. 3) δυό διχαλωτές «φορτωτήρες» για να στηρίζη τα χέρια του ο «πατητής». 4) Την «βαρέλα» (τον κάδο), που πέφτει μέσα το εκθλιβόμενο φυτικό υγρό και το λάδι. Ο «πατητής» με γυμνά ως τα γόνατα τα πόδια πατάει μεθοδικά, χοροπηδώντας πότε πότε, κυρίως με τις φτέρνες την «τσαντίλα» και, μετά την πρώτη έκθλιψι, ζεματάει τον πολτό με καυτό νερό και προβαίνει σε δεύτερη έκθλιψι. Η απόδοσις σε λάδι είναι βέβαια μικρή, αλλά ικανοποιείται έτσι η άμεσος ανάγκη σε λάδι των χωρικών σε εποχή ελλείψεώς του ώσπου να γίνει ωρίμανσις και γενική του ελαιοκάρπου συλλογή.» Χρηστίδης, ο.π. σ. 436.  Στην αρχαιότητα οι λεκάνες αυτές ήταν πέτρινες και μ’ αυτή τη μορφή τις βρίσκουμε μέχρι την κατάργηση των ξύλινων πιεστηρίων. Τις συναντούμε με διάφορα ονόματα, στροφιλιά, τσιπουριά, και με το σλαβικής αρχής «πανίτσα». Η λέξη προέρχεται από την αρχαία σλαβική panica «τηγάνι». Στα βουλγαρικά «γαβάθα», «πιάτο» Miklosich, σ. 231, Οικονόμου, σ. 87. Ως εξάρτημα του χειροκίνητου ελαιοτριβείου την παρουσιάζει ο Μήτσης, σ. 105 παραβάλλοντας και τη φράση «έκανε τα μάγουλα πανίτσα, δηλ. πάχυνε» (βλ. και Κολιούσης, Απάνθισμα, σ.130. Η αρχική έννοια της πανίτσας πρέπει να δήλωνε τον κορμό δέντρου από μονοκόμματο τμήμα του οποίου κατασκευάζονταν (μαρτυρία Μιχάλη Μίγκου, κάτω Ξέχωρο, 29-9-2016), pьnь «κορμός» βουλγ. Pan, σανσκριτικά pināka, αρχαία ελληνικά  πίναξ (Derksen, σ. 427, βλ. και Μπαμπινιώτης, Ετυμολογικό,σ. 1103, πίναξ).  
Τελικά οι πανίτσες έγιναν όλες μεταλλικές ή ενσωματώθηκαν στους μηχανικούς σφιγκτήρες των ελαιοτριβείων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: