"Και στο λήσταρχο ψωμί και στ' απόσπασμα χαμπέρι! "

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Οσντίνα συνέχεια.

Βέβαια η ανασκαφή είχε και τα καλά της. Για πρώτη φορά αποκαλύφτηκε ένα μέρος της κρυμμένης μεσαιωνικής πόλης. Τα στενά δρομάκια και τα ακόμη πιο στενά σπίτια. Η Οσντίνα έχει πολλούς θησαυρούς ακόμα να μας δείξει. Δεν χρειάζεται βιασύνη, ούτε τσαπατσουλιές. Για την ιστορία της Θεσπρωτίας, ο χώρος αυτός είναι εξαιρετικά σημαντικός!
Πολλά ακόμη θα μας μάθουν και τα δεκάδες έγγραφα για την Οσντίνα, που δεν έχουν γίνει ευρέως γνωστά. Ελπίζω ο Θωμάς να τελειώσει σύντομα την εργασία του.
Από μένα, μια προσπάθεια ετυμολόγησης του αρκετά δύσκολου ονόματος:

(Ουζντίνα[1]), η και Οσντίνα και Οσδίνα και Οζυτίνα[2], και Οδίνα[3] η. Σήμερα Πέντε εκκλησιές, οι. (Σε διαφορετική θέση από τον αρχικό οικισμό τον οποίο οι κάτοικοι αποκαλούν Παλιοχώρα.) Οι κάτοικοι Οσδινιάτες[4]. Αναγνωρίστηκε με το Β.Δ. 7-8-1919, ΦΕΚ. Α 184)1919 και μετονομάστηκε σε Πέντε εκκλησιές, οι με το Β.Δ. 15-12-1958, ΦΕΚ Α 5)1959.
Το τοπωνύμιο αναφέρεται ως Ozdina στο Οθωμανικό φορολογικό μητρώο του 1551[5] 
Ο μητροπολίτης Αθηναγόρας, παίρνοντας αφορμή από δημοσίευμα του Πλησιβιτσιώτη αρχαιολόγου Δ. Ευαγγελίδη για την Ουζντίνα έγραψε: "...ὁ κ. Καθηγητὴς, γράφων περὶ τῶν Σταυροπιστέγων Ἐκκλησιῶν τῆς Οὐστίνης ἐν σελ. 274 παραπέμπει τοὺς ἀναγνώστας ἐν τῇ 2α ὑποσημειώσει εἰς τὴν ἐν τῇ Μεγάλῃ Ἑλληνικῇ Ἐγκυκλοπαιδείᾳ (τόμ. ΙΒ΄. ἐν λ. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τῆς Ἠπείρου) μελέτην ἡμῶν, σημειοῖ ὅτι «ἀγνοεῖ ποῦ στηριζόμενος ὁ Μητροπολίτης Παραμυθίας Ἀθηναγόρας ταυτίζει τὴν Οὐζντίναν πρὸς τὴν ἀναφερομένην εἰς φιλολογικὰς πηγὰς Ὀφτίνην, διὰ τοῦτο θεωροῦμεν ὑποχρέωσιν ἡμῶν προχείρως νὰ γράψωμεν τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις. 
      Καὶ ἐν πρώτοις ἐρωτῶμεν τὸν κ. Καθηγητὴν διατὶ τὸ χωρίον ὀνομάζει Οὐζντίναν καὶ οὐχὶ Ὀστίναν ὡς ἐκαλεῖτο ἀείποτε, ἕως οὖ ἀμαθῶς ὅλως καὶ ἀνιστορήτως μετεκλήθη «Πέντε Ἐκκλησίαι». Διότι τὸ Οὐζντίνα τίποτε δὲν λέγει εἰς ἡμᾶς ἐνῷ τὸ Ὀστίνα ἢ Ὁ[φ]στίνα πολλὰ ἠμπορεῖ νὰ διδάξῃ εἰς ἡμᾶς. Ἡμεῖς ταυτίσαντες τὴν Ὁ[φ]στίναν πρὸς τὴν Ἐπισκοπὴν Ὀφτίνης, νομίζομεν, ὅτι εἴμεθα σαφεῖς, μὴ ἀφιστάμενοι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον τῆς τε Ἱστορίας καὶ τῆς Γραμματικῆς. Ἰδοὺ τὶ ἐγράψα-μεν ἐν τῇ Μεγάλῃ Ἑλληνικῇ Ἐγκκλοπαιδείᾳ «Κατὰ τὰ τακτικὰ ὑπὸ τὸν Ναυπάκτου ὡς προέδρου τῶν Ἐκκλη-σιῶν τῆς Π. Ἠπείρου ὑπήγοντο αἱ ἐπισκοπαὶ Βονδίτζης, Ἀετοῦ, Ἀχελῴου, Ρωγῶν, Ἰωαννίνων, Φ ω τ ι κ ῆ ς, Ἀδριανουπόλεως καὶ Βουθρωτοῦ· «καὶ πάλιν ἐν τῷ αὐ-τῷ ἄρθρῳ·  [«] Ἡ Ἐπισκοπὴ Ὀφτίνης ἢ Ὀστίνης ὡς μετέωρον μόνον ἐπέλαμψεν ἐπὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ὁρίζοντος τῆς Ἠπείρου, μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Φωτι-κῆς κατὰ τὸν ΙΒ΄. αἰῶνα, ὅτε ὁ ἐπίσκοπος αὐτῆς μετέφε-ρε τὴν ἕδραν του πρὸς καιρὸν εἰς ἄλλην ὀχυρὰν πόλιν παρὰ τὸν Καλαμᾶν, τὴν Ὀφστίναν ἢ Ὀστίναν (νῦν Πέντε Ἐκκλησίαι) ἑξάωρον τῆς Παραμυθίας ἀπέχουσαν καὶ ὅπου καὶ σήμερον σῴζονται οὐκ ὀλίγοι ἀρχαῖοι ναοὶ καὶ ἐρείπεια Βυζαντινῶν φρουρίων».
      Γράφοντες τὰ ἀνωτέρω εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἡμῶν τῇ ἀρχαίᾳ ἐ-πισκοπῇ Φωτικῆς ὅπου ἡ σημερινὴ Παραμυθία ἑξάωρον αὐτῆς ἀπέχουσα πόλις παλαιὰ Ὀστίνα καλουμένη ἢ Ὀφστίνα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὰς σχετικὰς Notitias Epi-scopatum (Τάξις πρωτοκαθεδρίας) (ἔκδοσις Gust parth-ey Berolini 1866) ὅπου ἐν Καταλὸγῳ 10ῳ (ἐκ Κώδ. Lip-siensi XV ἢ  XVI αἰῶνος) ἐν σελ. 218 ἀναγινώσκο-μεν.
      «λέ! Τῇ {Μητροπόλει Ναυπάκτῳ Νικοπόλεως ὁ Βονδίτζης, ὁ Ἀετοῦ, ὁ Ἀχελῴου, ὁ Ῥηγῶν, ὁ Ἰωαννίνων, ὁ Ὀφτίνης, ὁ Βελᾶς, ὁ Δρυνουπόλεως, ὁ Βοθρω-τοῦ, ὁ Χιμάρας  ὁμοῦ ι΄ ἐπισκποπαὶ». Ἐπίσης ἐν καταλόγῳ Ι 3 (ἔκδοσις Baudarii αὐτόθι  σελ. 261)1
      «λδ΄. Τῇ  Ναυπάκτῳ  Νικοπόλεως .
α) ὁ Βοδίντζης β) ὁ Ἀετοῦ, γ) ὁ Ἀχελῴου νῦν δὲ εἰς Μητρόπολιν τετίμηται. δ) ὁ Ῥηγών ἑ) ὁ Ἰωαννίνων, ς) ὁ Ὀφτίνης ζ) ὁ Βελὰς ἡ) ὁ Δρινοπόλεως θ)ὁ Βουθρωτοὺ καὶ ἰ) ὁ Χειμάρας».
      Ἔχομεν λοιπὸν εἰς δύο ἐπισήμους ἐπισκοπικοὺς καταλόγους τῆς Ἠπείρου τὴν ἐπισκοπὴν Ὀφτίνης (Ὁ(φ)στίνης) ἥτις πρὸς καιρὸν ἀντικατέστησεν τ[ὴ]ν ἐρη-μωθεῖσαν ἐπισκοπὴν Φωτικῆς, ἧς τὰ ἐρείπια πεντάλεπτον τῆς Παραμυθίας ἀπέχουσιν. Ἐν τῷ καταλόγω καὶ τῆς αὐτῆς ἐκδόσεως Parthey ἐν σελ. 21)2 Ἔκδοσις Tu-qraeco- Romanum ἀναγινώσκομεν. Leunqlavit. Θρόνος τριακοστὸς πέμπτος».
      Τῷ Ναυπάκτω Αἰτωλίας
      α) ὁ Βουδίντζης· β) ὁ Ἀετοῦ· γ) ὁ Ἀχελῴου·  δ) ὁ Ῥηγῶν· ε) ὁ Ἰωαννίνων· ς) ὁ Φωτικῆς· ζ) ὁ Ἀδριανου-πόλεως ὁ ἔπειτα Δρυνουπόλεως καὶ κατόπιν Δρυϊνουπόλεως ἡ) ὁ Βουθρωτοῦ·  θ) ὁ Χειμάρας».
      Ταῦτα πάντα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἐγράψαμεν ὅσα ἐγράψαμεν ταυτίσαντες τὴν ἐπισκοπὴν  Ὀφτίνης μετὰ τῆς πόλεως Ὁ(φ)στίνης, παρακαλοῦμεν δὲ θερμῶς τὸν φίλον κ. Εὐαγγελίδη, ἂν δὲν συμφωνῇ πρὸς ἡμᾶς νὰ δηλώσῃ εἰς ἡμᾶς ποῦ δέον νὰ τεθῇ ἡ ἐπὶ μακρὸν χρόνον διαλάμψασα ὡς μετέωρον ἐν Ἠπείρῳ ἐπισκοπῇ Ὀφτίνης, μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Φωτικῆς καὶ θὰ τῷ ὀφείλομεν χάριτας..."[6]
Ο  Δημήτριος Ευαγγελίδης, απαντώντας στον Αθηναγόρα έγραψε: "...Τὸ σημερινὸν ὄνομα Οὐζντίνα δεικνύει ξενικὴν (ἴσως σλαυϊκὴν) καταγωγὴν. Θὰ ἦτο ὅμως πολὺ ἑλκυστικὸν νὰ σχετίσωμεν αὐτὸ μὲ τὴν εἰς ἐπισκοπικοὺς καταλόγους ἀπαντῶσαν ἐπισκοπὴν Ὀφτίνης, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ Σεβασμιώτατος. Εὐθὺς ἀμέσως εἶχα ἐνδοιασμοὺς νὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην ταύτην τὴν εὐρυτέραν στήριξιν τῆς ὁποίας δὲν ἐπέτρεπεν ὁ χῶρος καὶ ἡ θέσις ὅπου ἐγράφη, καὶ ἀνέμενα κάπως διεξοδικὴν ἀνάπτυξιν τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἄγουν εἰς τὴν παραδοχὴν της. Λυποῦμαι ὅμως ὅτι καὶ τώρα μετὰ τὸ ἄρθρον τοῦ ἁγίου Παραμυθίας («Θεσπρωτία» 13 Ἰουνίου 1932[7])... δὲν ἐπείσθην ἀκόμα περὶ τῆς βασιμότητὸς της διότι εἰς τὰ παλαιὰ οὐδὲν νέον ἐπιχείρημα προσετέθη. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα λεπτομερέστερον. Καὶ ἂς ἴδωμεν πρῶτον ἂν ἐπιτρέπεται γραμματικῶς ἡ συσχέτισις τῶν δύο λέξεων Ο ὐ ζ ν τ ί ν α καὶ Ὀ φ τ ί ν α. Ἂν καὶ ἐξωτερικῶς παρατηρεῖται ἀπατηλή τις ὁμοιότης οὐσια-στικῶς ὅμως οὐδὲν κοινὸν ὑπάρχει μεταξὺ των. Ἀπὸ οἰονδήποτε ὄνομα καὶ ἂν ὁρμηθῶμεν ἀπὸ τὸ τῆς Οὐζντίνας ἢ τὸ τῆς Ὀφτίνης δὲν φθάνωμεν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι Ὀφτίνα εἶναι τὸ ἀρχαιότερον, δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ μεταβληθῇ εἰς Οὐζντίναν, ἀλλὰ κατὰ τοὺς φθογγολογικοὺς νόμους τῆς νέας ἑλληνικῆς μόνον Φ τ ί ν α δύναται νὰ προκύψῃ ἐξ αὐτοῦ (βλ. κατωτέρω) εἶναι τὸ ἀρχαιότερον. Καὶ τοῦτο εἶναι λίαν πιθανὸν ἂν σλαυϊκῆς ὂν προελεύσεως διετηρήθη ἀπὸ τῆς μεγάλης σλαυϊκὴς κατακτήσεως τῆς Ἠπείρου τοῦ δεκάτου αἰῶνος. Πῶς ὅμως θὰ σχηματισθὴ ἐξ αὐτοῦ τὸ Ὀ φ τ ί ν α! Τὸ πολὺ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξελληνισθὴ εἰς Ὀστίναν, τὸ ὁποῖον ὅμως δεν μαρτυρεῖται  ὑπ’ οὐδενὸς καὶ πολὺ ὀλιγώτερον τὸ ὑπὸ του Σεβασμιωτάτου πλασθὲν Ὀ φ σ τ ί ν α ν. Τὸ μόνον βέβαιον τὸ ὑπάρχον ἀναμ-φισβητήτως εἶναι τὸ Ο ὐ ζ ν τ ί ν α, ὅπως ἀκριβῶς ἀναφέρεται σήμερον ὑπὸ τῶν  κατοίκων καὶ τοῦτο εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν ὡς βέβαιον, ὡς ἀφετηρίαν πρὸς  πᾶσαν ἔρευναν, ὡς στοιχεῖον τῶν εἰς τὸ στόμα τοῦ πληθυσμοῦ, ἂν θέλωμεν νὰ οἰκοδομήσωμεν ἐπὶ στερεοῦ ἐδάφους. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε τὸ Ὀ σ τ ἰ ν α ἐξελληνισμένη μορφὴ τοῦ λαϊκοῦ ὀνόματος πάλιν καὶ τοῦτο θὰ ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὸ Ὀ φ τ ί ν α, διότι τὰς δύο λέξεις χωρίζει ἀνυπέρβλητον ἐμπόδιον ἐν συριστικὸν σ ἢ ζ) τὸ ὁποῖον συντηρητικώτατον καὶ ἀκατάλυπτον φωνάζει ὀξέως καὶ διαμαρτύρεται καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ τὸ ἀγνοή-σωμεν νὰ τὸ παρασιωπήσωμεν. Ὥστε γραμματικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχετισθοῦν τὰ δύο ὀνόματα ὁσαδήποτε μεταβολὰς καὶ νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπέστησαν.
      Ἀλλὰ καὶ ἀρχαιολογικαὶ ἐνδείξεις ἀπομακρύνουν ἐπίσης τάς δύο λέξεις.         
      Παρεπιπτόντως ὅμως θὰ παρεκάλουν τὸν Σεβασμιώτατον νὰ μᾶς διασαφηνίσῃ δι’ ὧν Ἐκεῖνος  ἄριστα γνωρίζων μέσων  (ἐπειδὴ ἐνταῦθα ἐν Λονδίνῳ, δεν μοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ πράξω τοῦτο), εἰς ποίους ἀκριβῶς χρό-νους ἀναφέρονται οἱ ἐπισκοπικοὶ κατάλογοι, πότε συνετάγησαν καὶ ποία ἡ μεταξὺ των σχέσις (ἂν ἀναγράφουν ὁ εἰς τὸν ἄλλον) διὰ νὰ γνωρίζωμεν τοὐλάχιστον πότε τὸ πρῶτον ἀναφαίνεται ἡ ἐπισκοπὴ Ὀφτίνης, διότι αἱ ἀρχαιολογικαὶ ἐνδείξεις ἀναβιβάζουν τὰ μ. Χ. ἐρείπια τῆς Οὐζντίνας το πολὺ μέχρι τοῦ 16ου αἰῶνος. Καὶ πράγματι, ὅπως ἔγραψα καὶ εἰς τὴν ἐν ἀρχῇ μνημονευθεῖσαν μελέτην μου τῶν Ἠπειρωτικῶν Χρονικῶν, τὰ σῳζόμενα χαλάσματα ἀνήκουν εἰς δύο διακεκριμένα ἀπ’ ἀλλήλων χρονικὰ σημεῖα. Καθ’ ὅσον τὰ μὲν τείχη ψευδισοδομικοῦ ρυθμοῦ διὰ μεγάλων σχεδὸν κανονι-κῶν λίθων κατασκευασμένα ἀνέρχονται μέχρι τοῦ 4ου – 3ου π. Χ. αἰῶνος εἰς οὕς χρόνους ἀνάγονται καὶ πάντα τὰ ἐπὶ τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ἐδάφους ἐγειρόμενα ὅμοια τείχη ἀκροπόλεων. Τοιαῦτα τείχη δὲν περιβάλλουν μόνον τὸν βράχον τῆς Ἀκροπόλεως, ἀλλὰ σχηματίζουν καὶ κατωτέρω ἕνεκα τῆς κατωφερείας τοῦ ἐδάφους πολλὰ ἀναλήμματα ἢ τοίχους ὑποστηρίξεως τῶν χωμάτων πρὸς καλλιέργειαν ἢ οἰκοδομίαν ἐπὶ τῶν οὕτω σχηματιζομένων ἐπιπέδων.
      Τὰ δὲ λοιπὰ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν κατεσπαρμένα ἐρείπια ἀποτελοῦν τὰ λείψανα οἰκημάτων καὶ ἐκκλησιῶν. Ὅλα ταῦτα εἶνε κατασκευασμένα διὰ μικρῶν κατηργασμένων λίθων συνδεομένων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δ’ ἀσβέστου μὲ σπανιωτάτην χρῆσιν κεραμίων, ὅπως ἦτο σύνηθες ἀπὸ τοῦ 16ου καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ 17ου αἰῶνος. Οὐδὲν ἄλλο ἴχνος, ἀρχαιοτέρου κτιρίου παρετήρησα μετὰ ἐπιμελῆ ἔρευναν. Ὤστε πρέπει νὰ συναγάγωμεν τὸ ἀναγκαστικὸν συμπέρασμα ὅτι ὁ συνοικισμὸς θὰ ἤκμασε κυρίως κατὰ τὰ τέλη τοῦ 16ου καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 17ου αἰῶνος δηλ. ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Τότε ἐκτί-σθησαν οἱ πέντε ἐκκλησίαι του, ἐξ ὧν καὶ τὸ σημερινὸν ὄνομα, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι ἐδόθη ἀντὶ τοῦ ἀποβλή-του θεωρηθέντος  (ἀδίκως νομίζω) ξενικοῦ. Τοὺς χρόνους τούτους ἐπιβεβαιοῦν καὶ αἱ ἐπὶ τῶν δύο ἐξετεσθεισῶν ἐκκλησιῶν σῳζόμενοι διὰ κεράμων ἐπιγραφαί. Πότε ἐγκατελείφθη ἡ θέσις αὕτη καὶ συνῳκίσθη τὸ εἴκοσι λεπτὰ ἀπέχον ὑψηλότερα χωρίον εἶνε ἄγνωστον.
      Ἂν λοιπὸν ἡ Ὀφτίνα ἀναφαίνεται ἀπὸ τοῦ ΙΒ΄. αἰῶνος ὅπερ χρῄζει ἀποδείξεως) δύσκολον εἶνε νὰ τὴν ἀναζητήσωμεν ἐν τῇ θέσει ταύτῃ, καθόσον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐσῴζετο λείψανόν τι, τοῖχος ἣ ἱερόν τι ἐκκλησίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Πρέπει λοιπὸν νὰ τοποθετηθὴ κάπου ἀλλοῦ. Μὲ τὸ ὄνομα Φτίνα, τὸ ὁ-ποῖον θαυμάσια δύναται νὰ προέρχεται ἐκ τοῦ Ὀφτίνα, ὑπάρχει χωρίον ἐν τῷ νομῷ Πρεβέζης πρὸς ν. τοῦ Σουλίου, ὀλίγον βορειότερον τοῦ χωρίου Κράβαρη. Καὶ δεν ἰσχυρίζομαι μὲν ὅτι ἡ ἐν λόγῳ Φτίνα ἐπέχει τὸν τόπον τῆς Ὀφτίνης, διότι οὔτε ἐπεκέφθην τὴν θέσιν οὔτε ἄλ-λην τινὰ πληροφορίαν κατώρθωσα νὰ πορισθῶ περὶ αὐτῆς. Ἡ ἐξέτασις ὅμως τοῦ μέρους (ἂν καὶ δὲν θὰ ἔλυε τελειωτικῶς τὸ ζήτημα, διότι τυχαία τὶς καταστροφὴ εἶνε δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀφανίσει πᾶν παλαιὸν λείψανον) θὰ ἤξιζεν πιθανῶς τὸν κόπον: καὶ οὗτος εἶνε μέγας διὰ τὴν ἀπόστασιν καὶ τὸ δύσβατον τοῦ ἐδάφους.
...ἐλπίζω ὅτι ἐξέθηκα σαφῶς τοὺς λόγους τῆς ἀμφιβολίας μου περὶ τῆς ταυτίσεως τῆς Ὀφτίνης πρὸς τὴν Οὐζντίναν, τὴν ὁποίαν πολεμοῦν καὶ γραμματικοὶ καὶ ἀρχαιολογικοὶ λόγοι..." [8]
Ο Α. Γιάγκας γράφει: «…Ίσως το όνομα Ουζντίνα νάναι παραφθορά του ονόματος Ιουστίνη (έπειτα Ιουστίνα κι αργότερα Ουζντίνα) και δεν αποκλείεται να δόθηκε σ’ ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Αυτοκράτορα Ιουστίνο Β’ που συνεχίζοντας το έργο του Ιουστινιανού, ενδέχεται να παρέσχε κάποια συνδρομή στους κατοίκους της πολίχνης αυτής κατά την περίοδο των φοβερών επιδρομών…»[9]
Ο Κ. Μητσέλος διαφωνεί ως προς το αγία «…Εγώ πιστεύω η Ιουστίνα θα ήταν κόρη ή γυναίκα κάποιου άρχοντα του τόπου ή αξιωματούχου ή μεγάλη ευεργέτιδα και για να την τιμήσουν έδωσαν τ΄ όνομά της στην κωμόπολη.  Αν ήταν αγία, τότε για να την τιμήσουν, θα έχτιζαν ναό στο όνομά της μια και είχαν σε μεγάλο βαθμό αναπτυγμένο το θρησκευτικό συναίσθημα…»[10]

Σύμφωνα με τον Vasmer[11] το τοπωνύμιο προέρχεται από το παλαιοσλαβικό ozdъna που σημαίνει κάποιου είδους εγκατάσταση (φούρνος, καμίνι) για την αποξήρανση δημητριακών.
Το αρχικό Ozd παρατηρείται επίσης στα τσεχικά στα πολωνικά στα σλοβενικά και τα ουκρανικά. Μαζί με την κατάληξη inъ με την οποία σχηματίζονται γεωγραφικοί όροι[12] μας δίνουν την προέλευση του τοπωνυμίου από τη Σλαβική όπου σημαίνει τον τόπο που λειτουργεί ο (μεγάλος) φούρνος, το καμίνι.

Η νεότερη ονομασία Πέντε εκκλησιές, δόθηκε από την ύπαρξη πολλών εκκλησιών στην περιοχή της Παλιοχώρας (που πάντως είναι περισσότερες από…πέντε!)
(Για την Οσντίνα: Κώστα Μητσέλου, Η ταυτότητα του χωριού μου, Πέντε Εκκλησιές (Οσδίνα) Σουλίου, Εκδόσεις Σοκόλη 1989.)




[1] Δ. Ευαγγελίδης, εφ. ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ, αρ. 92, 28-9-1931, σ.3.
[2] Μπέτης, κατάστοιχο, σ. 202.
[3] Κοκίδης, Οδοιπορικά, σ. 77.
[4] Παναγιωτίδης, Ανάλεκτα, φ.512, 31-1-1903, σ.4.
[5] Balta, Oğuz, Yaşar, Ottoman Thesprotia, σ.371.
[6] Εφ. ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ, αρ. 81, 13-7-1932, σ.3.
[7] Το άρθρο του Αθηναγόρα δημοσιεύτηκε στις 13 Ιουλίου 1932.
[8] Εφ. ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ, αρ. 92, 28-9-1931, σ.3.
[9] Γιάγκας, Θεσπρωτών, σ. 28.
[10] Μητσέλου, Οσδίνα, σ.14.
[11] Vasmer, Slaven, σ.45.
[12] Οικονόμου, Οικωνύμια σ. 152.




4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Σε αυτά είσαι «μανούλα»!!!

Ανώνυμος είπε...

Πράγματι. Σε αυτά ομολογουμένως είναι καλός.

Ανώνυμος είπε...

Και στα αλλα ειναι...και στα αλλα ....
Λ.Α.

Ανώνυμος είπε...

Είπαμε!
Μη το ξεφτιλίζουμε κιόλας…