" Φάμανε το βόιδι και ποστάσαμαν στη νουρά. " "
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΔΟΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΔΟΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Παλιά εργαλεία

Καιρό τώρα συλλέγω παλιά εργαλεία. Η αναζήτηση ξεκίνησε από τον καιρό που πήγαινα στο δημοτικό και θα τελειώσει με τη δημιουργία ενός μικρού μουσείου εργαλείων (της προβιομηχανικής εποχής). Εκείνο όμως που μ' αρέσει περισσότερο σ' αυτές τις κατασκευές, είναι ότι πέρα από τη χρηστική τους ιδιότητα είχαν και την υπογραφή του δημιουργού τους! Προσέξτε εδώ στην παλιά λίμα, το γύρισμα στη λαβή αλλά και τη διακοσμητική κατάληξη! Έτσι ένα καθαρά τεχνικό κατασκεύασμα γίνεται και έργο λαϊκής τέχνης...


Εδώ έχουμε ένα διαφορετικό εργαλείο, αλλά ο καλλιτέχνης έδωσε μια μικρή νότα τέχνης (ή υπογραφής) που το κάνει να ξεχωρίζει...(Τα εργαλεία βρέθηκαν στη Σαγιάδα).



Και μια ψαλίδα για μέταλλα από τον Τσαμαντά, με...χάλκινη υπογραφή του καλλιτέχνη!

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Ο μέγας Πύρρος... κι η Σαγιάδα.

Εφημερίδα ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ
αρ. 108, 14-10-1894 σ. 4.
Απόσπασμα από τη μελέτη του Μυστακίδη
Η ΜΟΝΗ ΓΗΡΟΜΕΡΙΟΥ

Το απόσπασμα αυτό χρησιμοποίησε  ο "πατέρας" της ελληνικής λαογραφίας
Νικόλαος Πολίτης, στο έργο του ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ:

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΠΥΡΡΟΣ
Μια φορά ο βασιλιάς ο Πύρρος επέρασε από τη Σαγιάδα, και του είχαν τραπέζι κι έφαγε, και ύστερα έφυγε. Εκεί ήταν μεγάλη πολιτεία, με πολύ μεγάλη αγορά· από τότε όμως που τον αρχηγό της πολιτείας τον εφαρμάκεψε η γυναίκα του, εχάλασε αυτή.
ΣΑΓΙΑΔΑ ΤΗΣ ΕΞΑΡΧΙΑΣ ΓΗΡΟΜΕΡΙΟΥ ΕΝ ΗΠΕΙΡΩ

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014


ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΟ ΚΑΣΝΕΤΣΙ

Είχα πάει να βάλω ένα ποτήρι νερό και γύρισα στο θάλαμο. Η ιστορία με το στοιχειό της Σκάλας του Ζωργιάνου που μου διηγήθηκε ένας γέρος από το Πιτσάρι, μ' είχε επηρεάσει κι ας μη την πίστεψα.
Άμα μένεις στις ερημιές μονάχος όλη την ημέρα σκέφτηκα, τη νύχτα βλέπεις στοιχειά και τέρατα…
Μπήκα χαμογελώντας στο θάλαμο. Το φεγγάρι έλουζε γλυκά το άχαρο δωμάτιο. Οι μορφές των γερόντων είχανε πάρει ένα μεταλλικό χρώμα, αγάλματα ξεχασμένα στα κρεβάτια του πόνου.
-Μου φέρνεις και μένα ένα ποτήρι νερό; Μια ψιλή φωνή μ' έβγαλε από τις σκέψεις μου.
-Μετά χαράς, απάντησα κι έβαλα ένα ακόμη ποτήρι κρύο νερό για τη γερόντισσα που φρόντιζε μέρες τώρα τον άρρωστο άντρα της και δεν έφευγε καθόλου από κοντά του.
_Τη δροσιά του νάχεις, μου ψιθύρισε, κι είπιε δυό γουλιές απ' το ποτήρι.
_Γιά, όπως το πίνω εγώ το νερό, έτσι το ρούφαγε και το στοιχειό στο Μπογάζι συνέχισε, σα να μονολογούσε.
-Τι λες κυρά-Μαρία, τη ρώτησα, αλλά ήξερα από πριν ότι η κουβέντα για τα στοιχειά, δε θα τελείωνε εύκολα απόψε.
_Τόειδα σου λέω, τόειδα με τα μάτια μου, κι ήτανε μέρα μεσημέρι! Ούτε φεγγάρι ούτε κουραφέξαλα. Ήμουνα τσιουπροπούλα δώδεκα χρονώ. Όλη τη μέρα έβοσκα τα πρόβατα κάτω απ' το κάστρο. Ήταν αρχές καλοκαιριού ακόμα, αλλά ο ήλιος έκαιγε πολύ. Τα ζωντανά σταλίζανε κι εγώ ξεκουραζόμουνα κάτω απ' τον ίσκιο μιας ελιάς.
Λίγο η ζέστα, λίγο η κούραση, λίγο το ρυάκι απ' το Μπογάζι που κελάϊδαγε, με πήρε ένας ύπνος γλυκός καλοκαιριάτικος κι έβαλα για προσκέφαλο ένα λιθάρι στρογγυλό απ' το ποτάμι.
Όπως έκαμα να το τραβήσω, κοιτώ κατά τον Καλιά ψηλά στην κορφή, και τι να ειδώ!
Τα χορτάρια και τα κοντοπούρναρα παραμέραγαν, σα να φύσαε αέρας δυνατός, σα να πέρναγαν οι φαντάροι οι παλιοί με τ' άρματά τους και τα' αλόγατα.
Σκιάχτηκα, τι να σου πω, μ' έκοψε κρύγιος ιδρώτας! Σκιάχτηκα και για τα ζωντανά, πούχαν σκώσει τα κεφάλια τους στο στάλο και μύριζαν τον αέρα…
Είχα ακούσει τόσες ιστορίες για το στοιχειό που κατεβαίνει απ' το Κασνέτσι για να πιεί νερό, που πριν το δω με τα μάτια μου είχα σιγουρευτεί ότι ήταν εκείνο.
Μαρμάρωσα, τα χέρια και τα ποδάρια μου δεν κούναγαν ρούπι.
Εξόν από τον αέρα, κάτι σα ρούφουλα, δεν ακουγόντανε τίποτες άλλο. Αυτό κατέβηκε και σίμωσε στο νερό. Ήτανε ένα φίδι μεγάλο και σέρνουνταν προς τα μένα.
Η ουρά δεν είχε τελειωμό και για κεφάλι είχε το κορμί από γεροδεμένου άντρα με κεφάλι μικρού παιδιού. Με γένια και κέρατο στο κούτελο, όπως σου τά ΄πε ο κυρ-Κώστας και δεν τον πίστευες!
Με κατάλαβε και με κοίταξε με κείνα τα μεγάλα μαύρα μάτια, κι ακόμα ανατσιργιάζω που το θυμιέμαι!
Το πετσί του γυάλιζε στον ήλιο καφετί, τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου, κι εγώ παρακάλαγα ν' ανοίξει η γης να με καταπιεί για να κρυφτώ, αλλά ύστερ' από λίγο μαγεύτηκα κι απλά κοιτάγαμε ο ένας τον άλλο.
Αυτό έκαμε μια απότομη στροφή κι ανηφόρισε για το Κασνέτσι. Έφευγε και μούφυγαν τα μάγια και ξανάρθε ο φόβος!
Έβγαλα τα ζωντανά από το στάλο κι έτρεξα κοντά στον πατέρα μου που έκοβε χορτάρια με την κόσα στα χωράφια παραπέρα.
_Είδα το στοιχειό του φώναξα, πάμε να φύγουμε, μπορεί να ξανακατεβεί απ' το Κασνέτσι!
_Μη σκιάζεσαι κόρη μου, μου είπε, δε θα μας πειράξει, είναι ο φύλακας του κάστρου που φυλάει το θησαυρό. Τόχω δει κι εγώ, τόχουν δει κι άλλοι, κανέναν δεν πείραξε. Αλιά κι αλίμονο σ'  όποιον ανεβεί στο κάστρο για το θησαυρό!
Μην πατήσεις το ποδάρι σου στο καταραμένο κάστρο!
Όλα τα χαλάσματα έχουν στοιχειά, αλλά αυτό είναι το χειρότερο!
Ήμουνα νιά και γέρασα, βόσκησα χρόνια τα πρόβατα κάτω απ' το Κασνέτσι, αλλά στο κάστρο δεν ανέβηκα ποτές.
Ούτε και το στοιχειό δεν το ξανάδα!

Έσκυψα το κεφάλι μπερδεμένη. Δυό ιστορίες για στοιχειά, ίδια κι απαράλλαχτα σε δυο κάστρα, πήγαιναν πολύ για μια Αυγουστιάτικη βραδιά.
 Ευτυχώς μια κυρία από την Παραμυθιά στο απέναντι κρεβάτι, ροχάλιζε.

Δεν θ' άντεχα ν' ακούσω τρίτη ιστορία σ' αυτή τη "στοιχειωμένη" βάρδια…

Λεμονιά Παππά, Ράγιο, 2014.


Τρίτη 24 Ιουνίου 2014


ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΣΚΑΛΑΣ ΤΟΥ ΖΩΡΓΙΑΝΟΥ.

Ήμουνα στο νοσοκομείο στο Φιλιάτι, ένα βράδυ στις αρχές Αυγούστου. Φρόντιζα τον κυρ-Κώστα, ένα λεβεντόγερο από το Πιτσάρι (Αετό).
Ανοίξαμε το παράθυρο να πάρουμε αέρα. Η νύχτα ήτανε ζεστή και το φεγγάρι έλουζε την πλαγιά με τα πεύκα.
Ο κυρ-Κώστας στριφογύριζε ανήσυχος στο κρεβάτι του. Είχε όρεξη για κουβέντα, μα κι εγώ δεν πήγαινα πίσω.
_Την ξέρεις τη Σκάλα του Ζωργιάνου ώρε τσιούπρα; με ρώτησε.
_Όχι του απάντησα.
_Α! αναστέναξε. Θα σου πω μια ιστορία από τα νιάτα μου. Ήμουνα στα χρόνια σου, και βόσκαγα τα πρόβατα στις πλαγιές και τα λαγκάδια. Όταν μούσγκωνε τα κατέβαζα στον Καλαμά για πότισμα. Στα πλατάνια κάτω απ' τη Σκάλα του Ζωργιάνου.
Κάθε βράδυ η ίδια ιστορία, αλλά μια νυχτιά σαν τη σημερνή, μ' ολόγιομο φεγγάρι, είδα μπροστά μου το στοιχειό!
Όσο ζυγώναμε στο ποτάμι, τα σκυλιά έκαναν σα βουρλισμένα και στο τέλος τσιούλωσαν σα να πέρναγαν από κοντά τους δέκα λύκοι πεινασμένοι.
Τα πρόβατα σήκωναν τις μουσούδες τους στον αέρα κι οσμίζουνταν το θεριό!
Εγώ στην αρχή δεν κατάλαβα, δε μούκοψε γιατί αλαφιαστήκανε τα ζωντανά.
Είπαμαν, ήμουνα νιος και δεν καταλάβαινα από φόβο, έπιανα το λιθάρι και τόστιβα σαν το λεϊμόνι!
Αλλά μόλις το είδα μαρμάρωσα! Ήταν σκυμμένο στην άκρη το ποτάμι κι έπινε νερό. Με κάθε γουλιά κατάπινε το μισό Καλαμά. Γύρισε και με κοίταξε με κάτι μεγάλα μαύρα μάτια.
_Πώς ήτανε; τον ρώτησα γεμάτη περιέργεια.
_Α! Ήταν ψηλό ίσα μ' ένα θερίον άντρα, αλλά είχε κορμί φιδιού. Δεν είχε ποδάρια, αλλά δεν σέρνονταν. Στεκόντανε πάνω στην ουρά του και περπάταγε!
Το κεφάλι του ήτανε σαν κούτσικου παιδιού αλλά είχε γένια στο πηγούνι και στο κούτελο ένα μεγάλο κέρατο.
Το κορμί του γυάλιζε σα νάτανε βρεμμένο από τη δροσιά, ανοιχτό καφέ ένα πράμα.
Αυτό, με κοίταξε για λίγο ακόμα και μετά ορθό όπως ήταν κίνησε κατά τη σκάλα.
Τόβλεπα που ξεμάκραινε στο φως του φεγγαριού, ώσπου χάθηκε στα χαλάσματα της κούλιας πάνω στην κορφή.
Αν δε με πιστεύεις, μα την αλήθεια, θα σε πάρω μαζί όταν φύγω από δω μέσα, μου είπε, και θα το δεις με τα ίδια σου τα μάτια! Εγώ το ξανάδα πολλές φορές, αλλά από μακριά. Ειν΄εκεί, μέσα στα χαλάσματα και φυλάει τα φλουριά.
Όποιος βαρέθηκε τη ζωή του, ας πάει τη νύχτα να του τα πάρει…

Αυτά είπε ο γέρος και με κοίταξε με μάτια περίεργα, σαν του στοιχειού, για να δει αν τον πίστεψα…

Λεμονιά Παππά,  Ράγιο 2014.

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Πήγα πέρα στο Καρόκι 
ν’ αγοράσω καλαμπόκι
Και με ρώτησε μια θειάκω:
 – Μήπως είδαταν το Μάρκο

 _Πάει στο Λίμποβο για μέλι
Και τον τσίμπησε μελίσσι
Και θ’ αργήσει να γυρίσει!

[Εξαιρετικό τραγουδάκι από το Λίμποβο
που κατέγραψε ο φίλος Θωμά Σόρογκας.
Ο Μάρκο Κόκας, ληστής από το Καρόκι (Αλβανία)
είχε ρημάξει την περιοχή, με "αδυναμία" στα μελίσσια.
Ένας Λιμποβίτης του την έστησε και τον καθάρισε.
Η λαϊκή μούσα απαθανάτισε το γεγονός!]

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012


Τ' έχουν του Σούλη τα βουνά και στέκουν μαραμένα;
μήνα τα χιόνια τα βαρούν, μήνα και το χαλάζι;
Ουδέ τα χιόνια τα βαρούν, ουδέ και τα ζουγκράβια (1)
Ο Σουλεϊμάνης (2) τα βαρεί μ' εφτά χιλιάδες τούρκους...
                                       
 Ιωάννου Λαμπρίδου, Ηπειρωτικά Μελετήματα τ. Β' τχ. 8, σ. 36



[1] Χονδρή χάλαζα. [Στη Σαγιάδα σιούγκραβο, λένε τη δυνατή βροχή με άγριο άνεμο.]
[2] Πρόκειται για τον Σουλεϊμάν Τσαπάρη από το Λιουράτι (Καταβόθρα) "... ός βαθύπλουτος δι αρπαγών εν Αιγύπτω γενόμενος, εξεστράτευσε (1772) μετά πολυαρίθμου στρατού και εισήλασε δια των Σκαπάτων εις Σούλη, επανήλθεν όμως πλήρης μεταμελείας και θλίψεως..".

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

κουδούνια



Κουδούνια και κουδούνες
από την μοναδική συλλογή του Μπαλαούρα
στο Ριζό...

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

ΚΟΚΟΤΙΝΑ

Κοκοτίνα, η. Η ώριμη, αποξηραμένη κηκίδα (Εξόγκωμα στα φύλλα βελανιδιάς ή δρυός, δημιουργούμενο από έντομο, που εναποθέτει τα αβγά του και γεννάται η προνύμφη= σκουλίκι. Ετ. Αρχ. κηκίς-δος) σε μέγεθος και σχήμα μεγάλου καρυδιού, μέσα στην οποία αναπτύσσονται τα σκουλήκια (προνύμφες), τα οποία στη συνέχεια τρυπούν το περίβλημα και μεταμορφώνονται σε πεταλούδες. (Κατά επικρατούσα πρόληψη, όταν, σκάζοντας την κοκοτίνα, βρεθεί μέσα της σκουλίκι, τότε μια δεδομένη έγκυος θα αποκτήσει αγόρι, ενώ αν βρεθεί πεταλουδίτσα θα αποκτήσει κορίτσι). σ.81 και 83. Γ. Κολιούσης, Απάνθισμα Θεσπρωτικού γλωσσικού ιδιώματος. Στο Φοινίκι ονομάζεται Κλακακίδα, Π. Μήτσης, Θεσπρωτικό γλωσσικό ιδίωμα, σ. 62.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Νύφη στο Φοινίκι


Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Θεολογή
και το κείμενο από το βιβλίο του δάσκαλου
Παναγιώτη Μήτση, Θεσπρωτικό γλωσσικό ιδίωμα
Λαογραφικό Μουσείο Φοινικίου, Φοινίκι 2002, σ. 90.

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Πικραγγουριά


ΛΑΪΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ – ΠΑΡΑΔΟΣΗ.


«…Για τη θεραπεία του ίκτερου στουμπίζουν τους καρπούς της πικραγγουριάς. Ο άρρωστος εισπνέει τον πολτό γεγονός που του προκαλεί καταρροή. Παράλληλα του κόβουν τον χαλινό του πάνω χείλους και χαράζουν με λεπίδα ένα σταυρό στο μέτωπο, κοντά στο τριχωτό της κεφαλής για να τρέξει λίγο αίμα…»

Παναγιώτης Μήτσης, Θεσπρωτικό γλωσσικό ιδίωμα, Φοινίκι 2002, σ. 75.



Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Χουλιαροθήκη

Η χουλιαροθήκη και μπιτίσαμαν!

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

κουταλοπήρουνα

Μια λαβίδα (λαβίς) ένα πηρούνι κι ένα χουλιάρι (κοχλιάριον)
από την παλιά Σαγιάδα, το ένα παλιότερο απο τ' άλλο.
Το χουλιάρι είναι παμπάλαιο, δυστυχώς δεν σώζεται το
ξύλο που είχε στο χερούλι, αλλά ευτυχώς που
βρέθηκε κι αυτό...

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

ΤΕΛΟΣ

Η Δημητρούλα παντρεύτηκε τον...ξένο από το Φοινίκι
κι ο απαρηγόρητος ψαράς, παντρεύτηκε μια κοπελιά από το σόι της
για να την εκδικηθεί.
Πενήντα χρόνια αργότερα, 
συναντήθηκαν τυχαία στη Σαγιάδα...
Η Δημητρούλα τούπιασε τρυφερά το χέρι
και του είπε:
-Είχαμε μια σχέση εμείς οι δυό πλατωνική
αλλά δεν ήτανε γραφτό να ζήσουμε μαζί!

(11)

Είπανε όλοι πολλά τραγούδια
κι η βάβω ξεκρέμασε το κάδρο του πατέρα της Δημητρούλας
και ζήτησε να την κρατήσει κι αυτός την ορφανή στο χορό!
Το κάδρο αυτό η Δημητρούλα το κουβάλησε μαζί της
στο Φοινίκι, κι έτσι σώθηκε από τη φωτιά!
Το φωτογράφησα μετά από πολλές δεκαετίες στο σπίτι της
στην Αθήνα.
Χρόνια αργότερα, στο Φοινίκι
ζήτησα να φωτογραφήσω την κλειδωνιά μιας πόρτας.
Η κυρία που μου άνοιξε
ήταν η κόρη της Δημητρούλας.
Η μάνα μου πέθανε μου είπε.
Και ζήτησε να πάρει το κάδρο μαζί της στον τάφο!

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

(11) Πέτρο Σορομάνης

Στο αρχοντικό του Τρουμπάτα στήσανε χορό
κι ο Πέτρο Σορομάνης (αριστερά με τα τσαρούχια) τραγούδησε:

Όλες οι βέργες ειν' εδώ
και μια βεργούλα π' αγαπώ
πήγε στη βρύση για νερό.
Κι εγώ μπροστά την καρτερώ
να της θελώσω το νερό
να της τσακίσω το σταμνί
να πάει στη μάνα αδειανή!

Να τη ρωτήσ' η μάνα της
-Κόρη μου πούν η στάμνα σου;
-Μάνα μου παραπάτησα
και το σταμνί μου τσάκισα!

-Δεν είναι παραπάτημα
μον' ειν' αντρός αγκάλιασμα!

(10)

Έρωτας στα Κανάλια (στην Κέρκυρα)
Αλλά πλατωνικός (κρατείστε την έκφραση)
Και όπως όλοι οι έρωτες (και όχι μόνο οι πλατωνικοί)
δε φτούριξε για πολύ.
Η Δημητρούλα αρραβωνιάστηκε το Θεολογή από το Φοινίκι!
(Τελικά καλύτερα τα...βελούδα)
(Αχ αυτό το Φοινίκι...)

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

(9)

Η Δημητρούλα όμως;
Η Δημητρούλα που μεγάλωνε η γιαγιά της
(με τα μαύρα στο κέντρο
η Δημητρούλα στα δεξιά)
ερωτεύτηκε έναν ψαρά, τον Κούρη.
Η Λύκα του Φραγκίσκου
(αριστερά από τη γιαγιά)
άδικα προσπάθαγε να την πείσει να πάρει
κανέναν καλύτερο!
Η Δημητρούλα ανένδοτη:
-Καλύτερα αλατζιά
παρά βελουδένια!

(8) Φάνη Φείδης


Το τραγούδι του Φάνη:

Εσύ σαι μία πέρδικα
μια γαλανή τρυγόνα
βγαίνεις το χρόνο μια φορά
να ζήσεις να σε βλέπω...

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

[Όπως καταλαβαίνετε αυτή η ιστορία, είναι η αφορμή να σας δείξω
μερικές ωραίες παλιές φωτογραφίες
των αρχών του προηγούμενου αιώνα
ως τη μέση του δηλαδή.
(από το αρχείο της Δήμητρας και της Ευφροσύνης Τρουμπάτα
του Σπύρου Φραγκίσκου και του Αλέκου Κόρου).
Την ιστορία μου τη διηγήθηκε την Κυριακή το μεσημέρι
η Χόρη του Ντωνάδου (Τερψιχόρη Αντωνάδου)
η οποία θυμάται -όπως πάντα- εκπληκτικές λεπτομέρειες
από όλη την υπόθεση!
Αν μου κάνει τη χάρη
θα ηχογραφήσω τα τραγούδια του αρραβώνα
και θα τα ανεβάσω στη Μπαστιά
για να τα χαρούμε όλοι μαζί!]

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

(6) Λέκο Φείδης


Η Λευτέρω ήταν όμορφη κι ο Γιώργος (42 χρονώ τότε)
συμφώνησε. Στο γάμο, ο Λέκο Φείδης
μπακάλης στο λιμάνι της Σαγιάδας το Σκάλωμα
τραγούδησε:

Με στην Αγια Παρασκευή
βρε Καλαματιανή
βρε Καλαματιανούλα μου,
που πήρες γέρον άντρα,
βάλε φαρμάκι στο γυαλί
βρε Καλαματιανή
βρε Καλαματιανούλα μου
φαρμάκωσε το γέρο
και πάρε ένα νιό παιδί
βρε Καλαματιανή
βρε Καλαματιανούλα μου,
ένα νιό, ένα παλληκάρι!