"Το πρωί με το στρατό, το βράδυ με τσ΄αντάρτες! "

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

περί στρατολόγησης

Μετά το περιστατικό της Σαγιάδας, απορεί κανείς με τον τρόπο που σκέφτονταν στον Δημοκρατικό Στρατό. Είχαν ήδη πάρει μερικές σημαντικές αποφάσεις για τη διεξαγωγή του πολέμου: Διεκδικούσαν έδαφος και πρωτεύουσα και δημιούργησαν τακτικό στρατό (με προσπάθεια στρατολόγησης ώστε να αυξηθεί η δύναμη). Από τη Σαγιάδα πήραν μόνο 8 άτομα (ο ένας τους ξέφυγε κι άλλος ένας ...αυτομόλησε στους κυβερνητικούς αργότερα!). Θα μπορούσαν να στρατολογήσουν εκατοντάδες και με ασφάλεια (μέσω αλβανικού εδάφους) να τους περάσουν στη Μουργκάνα. Αντί γι αυτό, άφησαν το χωριό να φύγει την άλλη μέρα το πρωί με το πολεμικό καράβι και την επόμενη με τις βενζίνες για την Κέρκυρα!
Μετά στρατολογούσαν κοριτσάκια και ανήλικα από το οικοτροφείο της Παραμυθιάς!

(Στην πάνω φωτογραφία: Η βενζίνα του Νικόλα Χάρη (Σαγιαδινού που έμενε στην Κέρκυρα) που έκανε το δρομολόγιο Κέρκυρα Σαγιάδα, το 1948 αραγμένη στο μώλο στο Σκάλωμα της Σαγιάδας. Εκτός από τους χαμάληδες και τους υπόλοιπους Σαγιαδινούς, διακρίνονται οι οπλισμένοι φαντάροι που φρουρούσαν το καΐκι).
 Η ίδια βενζίνα στις 12 Απρίλη του 1948. Οι φαντάροι δείχνουν ανέμελοι. Οι μεγάλες μάχες στη Μουργκάνα είχαν τελειώσει και υπήρχε μιά ανάπαυλα...

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Παλιά Σαγιάδα για πάντα!





Δεν ξέρω σε πόσα έρημα χωριά στη Θεσπρωτία, στην Ήπειρο, στην Ελλάδα, γίνονται πανηγύρια τη νύχτα. Η παλιά Σαγιάδα όμως είναι θεσμός!

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016



 Συνεχίζοντας τις αναρτήσεις για τη Μουργκάνα, ας δούμε τον τρόπο με τον οποίο οι ομάδες του Δημοκρατικού Στρατού, ξεκινώντας από τη βάση τους στη Μουργκάνα, έφταναν μέχρι τα παράλια για να μαζέψουν έμψυχο και άψυχο υλικό. Ταυτόχρονα διαβάζουμε και για τον "ηρωισμό" των αρχών του τόπου! Περισσότερα για τον νομάρχη Γορ Σακκά, αργότερα...

Η ΕΠΙΘΕΣΙΣ ΣΑΓΙΑΔΟΣ

"…Το εσπέρας της 15-1-48 ομάς ανταρτών εξ 20 μελών υπό τον Ν. Παρούσην επετέθη κατά της Σαγιάδος. Τα συνορειακά φυλάκια είχον εγκαταληφθή από τον Στρατόν. Η φύλαξις της κοινότητος είχεν ανατεθή εις 4 Σαγιαδινούς με επι κεφαλής τον πρόεδρον Ν. Σκέντον. Οι τρεις έλειπον. Μόνος ήτο ο Σκέντος. Κληθείς υπό των συμμοριτών να παραδοθή ηρνήθη και επολέμησε μόνος με 9 σφαίρας, όσες του έδωσαν οι στρατιωτικές αρχές, έως ότου ετραυματίσθη και εγλύτωσε ως εκ θαύματος. Επωφελούμενοι της συμπλοκής έφυγον και τινες άλλοι Σαγιαδινοί και εγλύτωσαν. Δυο ετραυματίσθησαν. Οι αντάρται ελεηλάτησαν το χωριό πήραν με την άνεσί τους ό,τι τους εχρειάζοντο και ανεχώρησαν. Εις ένα γράμμα ο κ. Νομάρχης, γράφει: την επομένην ο νέος Ταξίαρχος κ. Ασημάκης, ο στρατηγός της διαφωτήσεως κ. Μπότσαρης, ο Νομάρχης κ. Σακκάς, ο Σεβασμιώτατος κ. Δωρόθεος, αξιωματικοί της Χωροφυλακής και του πεζικού επεσκέφθησαν την Σαγιάδα και ετόνωσαν το ηθικόν των κατοίκων. Κατά διαβολικήν σύμπτωσιν παρετηρήθη κάποια κίνησις ανταρτών εις την Λυκόγιανην, προς ανατολάς της Σαγιάδος. Οι Σαγιαδινοί παρεκάλεσαν τους επισήμους να παραμείνουν, αλλ' ούτοι μόλις επληροφορήθησαν την εμφάνισιν των ανταρτών έφυγαν " σαν τα λαφιασμένα γίδια που πέρνουν τις βουνοπλαγιές λυκοκυνηγημένα..." μας γράφει άλλος. Και έμειναν οι Σαγιαδινοί μόνοι!
Ο κ. Σακκάς, αφιχθείς εις Φιλιάτες απέστειλεν συγχαρητήριον μήνυμα εις τους κατοίκους και έκαμε εύφημον μνείαν των ηρωϊκώς τραυματισθέντων.
Κατόπιν της ηρωϊκής ταύτης στάσεως των επισήμων, οι αντάρται αποθαρρυνθέντες...ενεφανίσθησαν την επομένην εις Κώτσικαν. Πήραν τρόφιμα και απήγαγον έναν κτηνοτρόφον. Εις τας 18 μπήκαν στη Λιόψη. Αυτό συνετέλεσεν στο να ερημωθούν καθ' ολοκληρίαν τα δυτικά χωριά των Φιλιατών. Στο Πλαίσιον καίτοι εδρεύει στρατός έμειναν μόνο 15 κάτοικοι. Η Σαγιάδα εξεκενώθη. Υπό δραματικάς συνθήκας ο λαός μετεκινήθη εις Κέρκυραν. Ετηλεφώνησεν ο κ. Νομάρχης και ήλθαν μιά τσάτουρα, 4 βενζίνες και το Έμελ και παρέλαβεν τούτους εις αθλίαν κατάστασιν.
Απορίας άξιον είναι πως δεν έλαβε μέρος ο Στόλος. Ο κ. Σακκάς εις επιστολήν του της 23-1-48 γράφει..."Στη Σαγιάδα έχω τα πολεμικά Αιγαίον και Βασιλεύς Γεώργιος τα οποία πότε πότε βάζουν και κανένα κανόνι..."
Εφημερίδα ΘΕΣΠΡΩΤΙΚΑ ΝΕΑ, αρ. 27, 1-2-1948, σ.1.

Το ίδιο θέμα, περιγράφει ο δάσκαλος Γιώργος Τσόγκας,  στο βιβλίο του για τη Σαγιάδα:



Γεώργιος Τσόγκας, Σαγιάδα, σσ. 219-220.

Οι κομμουνιστές αντάρτες νύχτα στο χωριό
΄Ενα χρόνο πριν λήξει η μεγάλη αυτή αλληλοσφαγή, στις 17 Γενάρη του 1948 μπήκαν τη νύχτα στο χωριό από την τοποθεσία “Βούνο”, οι κομμουνιστές αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. με επικεφαλής τον «καπετάν Κουμπούρα» ( Παρούση). Οι λίγοι στρατιώτες και κάποιοι Σαγιαδινοί, οι οποίοι φρουρούσαν πάνω από το χωριό κοντά στη θέση Λυκογιάννη, δεν τους πήραν μυρωδιά. Έτσι μπήκαν ανενόχλητοι. Παραβίασαν τα καταστήματα για να πάρουν τρόφιμα και τσιγάρα και επιστράτευσαν νέους του χωριού. Πήγαν τότε μαζί τους, άλλοι βιαίως και κάποιοι οικειοθελώς, οκτώ νέοι: Φάνης Κέρος, Γερ. Γκόγκος, Πέτρος Καλέσης, Φάνης Κόρος, Σπ. Μπιρμπίλης, Θεόδ. Μπομπολής, Σπ. Μποροβίλης και ο Παύλος Μπέσιος. Ο τελευταίος τους ξέφυγε και γύρισε στο χωριό με τα πόδια του καταπληγωμένα.
Αποχωρώντας έγιναν αντιληπτοί από τους ευρισκόμενους στο φυλάκιο και αντάλλαξαν πυροβολισμούς. Οι πυροβολισμοί ξεσήκωσαν το χωριό. Αλαφιασμένοι οι κάτοικοι ξεμυτούσαν δειλά από τα σπίτια τους, για να δουν τι γίνεται. Οι γυναίκες και τα παιδιά ξεφώνιζαν έντρομα. Ο κόσμος, που τόσα φοβερά έβλεπε και ζούσε εφτάμιση χρόνια τώρα από τον Οκτώβρη του 1940, πανικοβλήθηκε.
Τελικά, δεν ξέρω πώς έγινε και αρχίσαμε, μ’ όλο το σκοτάδι, να εγκαταλείπουμε τα σπίτια και να ροβολάμε στα νότια του χωριού. Μαζευτήκαμε στο λιοτρουβειό της εκκλησιάς οι περισσότεροι κάτοικοι. Εκεί μάθαμε για τους νέους που πήρανε μαζί τους οι αντάρτες, δυο μάλιστα από το λιοτρουβειό αυτό (η Σαγιάδα είχε τότε δυο λιοτρουβειά. Το δεύτερο ήταν του Νικ. Κωνσταντή, δυτικά από το Πηάδι), ενώ δουλεύανε νυχτερινή βάρδια. Στους δύο αυτούς ήταν και ο Φάνης ο Κόρος, πρώτος μου εξάδελφος από τη μητέρα. Τους μισούς δεν τους ξανάδαμε. Έπεσαν στις μάχες με το στρατό. Σκοτώθηκαν τότε οι: Πέτρος Καλέσης, Γεράσιμος Γκόγκος, Θεοφάνης Κόρος, Γεώργιος Κολοκυθιάρης (ο τελεταίος πήγε αργότερα). Σώθηκαν και επαναπατρίστηκαν μετά το 1952 ο Σπυρίδων Μποροβίλης και ο Θεόδωρος Μπομπολής και μετά το 1974 οι δυο αδελφοί Φάνης και Γρηγόρης Κέρου. Σ΄αυτούς ήταν και ο Σπ. Μπιρμπίλης, ο οποίος δραπέτευσε από τους αντάρτες και κατέφυγε στον εθνικό στρατό όπου πήρε και το βαθμό του ανθυπολοχαγού κατά απονομή λόγω ανδραγαθίας. Μεταξύ των φονευθέντων ήταν και ο Φάνης Κόρος. Τον πατέρα του είδαμε που τον σκότωσαν οι Γερμανοί.
Σαν ξημέρωσε δόθηκε εντολή να κατέβουμε στο Σκάλωμα. Και αποκεί μεταφερθήκαμε αμέσως στην Κέρκυρα με πλοία του πολεμικού μας ναυτικού. «Ήταν εντολή του στρατηγού Μπότσαρη», λέει ο συγχωριανός μας Βασίλης Μάστορας. ΄Ηταν βεβαίως τακτική των ιθυνόντων, η οποία αποσκοπούσε στην αποψίλωση της παραμεθορίου, για να μην μπορούν οι κομμουνιστές να επιστρατεύουν άντρες και να εφοδιάζονται με τρόφιμα και άλλα αναγκαία. Και πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό το στόχο τους, αφού άδειασε όλη σχεδόν η παραμεθόριος από τους κατοίκους της.
Έτσι βρεθήκαμε πρόσφυγες στην Κέρκυρα ανταρτόπληκτοι ή αλλιώς "συμμοριόπληκτοι". Οι κομμουνιστές για πολλούς δεν ήταν παρά κοινοί συμμορίτες ! 

Παρατηρήσεις:
Οι διηγήσεις διαφέρουν ως προς την ημερομηνία ( Το εσπέρας της 15-1-48 γράφουν στα ΘΕΣΠΡΩΤΙΚΑ ΝΕΑ, στις 17 Γενάρη του 1948 μπήκαν τη νύχτα γράφει ο δάσκαλος. Εδώ συμφωνεί και η Χόρη του Ντωνάδου).
Η εφημερίδα αναφέρει ότι είχε αποχωρήσει ο στρατός από το φυλάκιο κι ότι το χωριό φύλαγε μια ομάδα (που έλειπε τελικά) υπό τον πρόεδρο, ο οποίος είχε...9 σφαίρες, πολέμησε και τραυματίστηκε. Ο δάσκαλος γράφει ότι η συμπλοκή έγινε κοντά στο φυλάκιο του Λυκογιάννη, από Σαγιαδινούς και στρατιώτες οι οποίοι τότε αντιλήφθηκαν τους αντάρτες που αποχωρούσαν. (Συμφωνεί και η Χόρη)
Η εφημερίδα γράφει ότι την άλλη μέρα επισκέφτηκαν τη Σαγιάδα οι αρχές του τόπου. Ο δάσκαλος γράφει ότι το πρωί έφυγαν για την Κέρκυρα. Την πρώτη ομάδα τη μετέφερε πλοίο του πολεμικού ναυτικού και την άλλη ομάδα (η οποία κοιμήθηκε πίσω από την αστυνομία) βενζίνες την επόμενη μέρα το πρωί. (Χόρη).

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Το σπίτι της Ελένης.

Μόλις έφυγα από το δάσκαλο, σεργιάνισα για λίγο στους μαχαλάδες του Λιά. Στη φωτογραφία, το σπίτι της Ελένης Γκατζογιάννη.
Το σπίτι πριν την ανακαίνιση. (Από το βιβλίο του Κ. Καββαθά "Η άλλη Ελένη").

Νυφική καρσέλα

Σήμερα ανέβηκα, ψηλά στη Μουργκάνα. Είπαμε πολλά με τον Κώστα Τσαντίνη στο φιλόξενο σπίτι του. Θυμήθηκε τις μέρες που πέρασε με τους αντάρτες και τον Σπύρο Σκεύη. Θα τα πούμε σιγά-σιγά...

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Ναυμαχία στο φως!

Θα μπορούσαν οι αντάρτες να νικήσουν στην Μουργκάνα, αν είχαν ...ιστιοφόρα;
(Το Σάββατο το πρωί θα συναντηθώ με τον Κώστα Τσαντίνη στου Λιά. Θα σας κρατήσω ενήμερους....)

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

λιοτρίβεια


Τη Μουργκάνα δεν την αφήνω, αλλά και τα λιοτρίβεια
τάχω κινημένα από καιρό κι είπα σήμερα να βάλω
δυό σκίτσα από σφιχτήρες (το μηχάνημα που έσφιγγε τις σφυρίδες
για να βγάλουν το λάδι).
Στη Θεσπρωτία δεν έχω βρει ούτε ένα
(προσέξτε, δεν γράφω ότι δεν υπάρχουν
αλλά εγώ δεν έχω βρει).
Θα χαρώ αν κάποιος ξέρει κάτι σχετικό.
Μεταλλικά συστήματα υπάρχουν πολλά
ψάχνουμε τα πιο παλιά, τα ξύλινα
τα οποία θα πρέπει να μοιάζουν με τα παραπάνω σκίτσα...

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Μουργκάνα (συνέχεια)

Και ο...Μποστ στην υπηρεσία του Εθνικού στρατού. Για λόγους βιοποριστικούς ή από ανάγκη, ο Μποστ επιστράτευσε το πενάκι του εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού. Το σκίτσο πρέπει να φτιάχτηκε το Σεπτέμβρη του 1948, όταν ακόμα δεν είχε ξεκαθαρίσει ο ελιγμός του Δημοκρατικού Στρατού, μέσα από τις γραμμές του Εθνικού Στρατού, προς τα Ζαγοροχώρια (πίστευαν ότι οι αντάρτες είχαν διαφύγει προς την Αλβανία).
Αυτό το σκίτσο είναι μετά τον Αύγουστο του 1949 όταν όλα έχουν τελειώσει για το Δημοκρατικό Στρατό. Το παρακάτω είναι η γνωστή προπαγάντα των δεξιών για τα "ελεύθερα ήθη" των γυναικών του Δημοκρατικού Στρατού ( Για το θέμα αυτό, θα μιλήσουμε αργότερα...)


 Άλλο ένα σκίτσο, που αυτή τη φορά συνοδεύεται κι από ποιηματάκι. Αν ο Μποστ έκανε αυτά τα σκίτσα για να αποφύγει τον ξυλοδαρμό στη Μακρόνησο, θα μπορούσαμε να τον δικαιολογήσουμε. Αν τα έκανε για βιοποριστικούς λόγους, ήταν "βασιλικότερος του βασιλέως" !
Περισσότερες πληροφορίες για τα σκίτσα εδώ.

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Α.Τ.Ι.Α.





Ο δαιμόνιος γαμπρός, το ανακάλυψε (μαζί με τόσα άλλα πράγματα)
στην παλιά Σαγιάδα. Ήτανε μισοθαμένο κοντά στο λιοτρίβι της εκκλησιάς
μέσα στο λάκκο. Ίσως να το ρίξανε εκεί, όταν μεταφέρανε τα υλικά
στην καινούρια Σαγιάδα.
 0,67 εκ. διαμ. 0,24 άνοιγμα για τον (ξύλινο;) άξονα. βάρος 60 κ. περίπου.
Η πρώτη εκδοχή (του Γ. Κέρου) είναι:
Εξάρτημα από μαγγάνι (για την πίεση των σφυρίδων).
Κάποια βάση όπλου (Όλμος); (Λ. Τζάνης).
Κέντρο πέτρας ελαιοτριβείου (Σ. Γεωργούλης). 
Καμιά ιδέα;

Λιέμε τώρα (και πε καλά...)

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Στροβίλι

Δεν τελειώσαμε με την Μουργκάνα, αλλά το πρωινό Στροβίλι είναι σαν τον πρωινό καφέ!

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Μουργκάνα: η υπερβολή της απελπισίας.


[Ψάχνοντας για τη "Μουργκάνα" του Δ. Χατζή στο διαδίκτυο, έπεσα πάνω σ΄αυτόν τον τίτλο: "Μουργκάνα" η υπερβολή της απελπισίας. Ο φίλος Βασίλης Αλεξίου μου έστειλε το τεύχος του ΑΝΤΙ σε PDF κι εγώ το έκανα πιο στρωτό για να το διαβάσουμε όλοι. Πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο!]


Αντί τ. 743-744, 27-7-2001,  σσ. 52-54.
«Μουργκάνα»: η υπερβολή της απελπισίας
της Αγγέλας Καστρινάκη

Πώς μπορεί η λογοτεχνία να καταγράψει τον εμφύλιο πόλεμο, όχι με τρόπους μεταφορικούς ή με μυθικά παράλληλα, αλλά ως σύγκρουση, πραγματική μάχη, κυριολεκτική αναμέτρηση με τον εχθρό αδελφό; Πώς αντιμετωπίζεται ο άλλος, ο αντίπαλος, και τι είδους τέχνη προκύπτει από μια τέτοιου είδους αλληλοσφαγή;

Τώρα, πενήντα και δύο χρόνια μετά, όταν έχει φουντώσει το ενδιαφέρον και η έρευνα για τον Εμφύλιο, μπορούμε να σκύψουμε πάνω από το κείμενο του Δημήτρη Χατζή «Μουργκάνα», το ατελέστερο ίσως ενός μεγάλου συγγραφέα, με ανανεωμένο ενδιαφέρον.
Το κείμενο αυτό βέβαια δεν είναι ακριβώς λογοτεχνία. Είναι ένα χρονικό, μια αναφορά που θέλει να μεταδώσει πιστά τα γεγονότα. Ωστόσο μετέρχεται τους τρόπους της λογοτεχνίας και χρησιμοποιεί τα τεχνάσματά της· κατασκευάζει έναν λόγο συγκινησιακό, ενώ ταυτόχρονα αρνείται τη λογοτεχνική καταγωγή του, προς όφελος μιας αλήθειας που θέλει να παρουσιάζεται ως αψιμυθίωτη.
Το κείμενο ξεκινά με το απόσπασμα από ένα γράμμα στρατιώτη του αντίπαλου στρατού «Βρισκόμαστε κοντά στη Μουργκάνα. Πρόκειται να κάνουμε ενέργεια με μεγάλες δυνάμεις κι αυτή τη φορά φοβάμαι πολύ»1. Δύο οι πληροφορίες που κομίζει η αρχή αυτή. Πρώτον ο φόβος, δεύτερον οι «μεγάλες δυνάμεις». Ο αντίπαλος διαθέτει μεγάλες δυνάμεις και παρ’ όλα αυτά φοβάται. Χαμηλό ηθικό λοιπόν, παρά την υπεροπλία. Το ξεκίνημα από την επιστολή ενός αντιπάλου είναι ήδη ένα λογοτεχνικό τέχνασμα. Δείχνει από τα μέσα την κατάσταση των άλλων, άρα το κείμενο καθίσταται, υποτίθεται, πιο έγκυρο ως μαρτυρία. Αυτή τη μέθοδο θα την χρησιμοποιήσει συχνά ο Χατζής. Ταυτόχρονα όμως η εισαγωγή αυτή μάς εξοικειώνει με έναν αντίπαλο και μας τον κάνει, μέσω του φόβου του, συμπαθή.
Ο Χατζής την επιδιώκει αυτή τη συμπάθεια. Αμέσως μετά θα μας πληροφορήσει ότι ο φοβισμένος φαντάρος, που δεν πρόλαβε να στείλει το γράμμα στην αγαπημένη του, είναι τώρα νεκρός. Άθαφτος νεκρός «με το πρόσωπο το μισό φαγωμένο, τό ’να πόδι σπασμένο και το χέρι φευγάτο δυο μέτρα μακρύτερα» (σ. 33). Αλλά για τον θάνατο αυτό δεν φταίει η παράταξη του συγγραφέα που είχε προειδοποιήσει: «αδέρφια μην έρχεστε» (σ. 34).
Η κρίσιμη λέξη έχει λεχθεί: «αδέρφια». Και το αίσθημα με το οποίο αντιμετωπίζουμε τον άλλον επίσης: είναι η συμπάθεια και ο οίκτος. Όσο για τη φρικιαστική περιγραφή του πτώματος, που εκ πρώτης όψεως ξαφνιάζει, πρέπει να πούμε πως στηρίζεται σε έναν τολμηρό και έξυπνο υπολογισμό: αυτός που επιδιώκει να μιλήσει για τη φρίκη, δεν μπορεί να είναι αυτός που την προκάλεσε· όποιος προκαλεί τον όλεθρο δεν το διατυμπανίζει. Άρα εφόσον εμείς μιλάμε για τη φρίκη, η φρίκη είναι δημιούργημα των αντιπάλων.
Ποιοι όμως είναι οι αντίπαλοι; Αμέσως μετά έρχεται η κατονομασία τους: «Οι Εγγλέζοι και οι Αμερικάνοι τους έσπρωχναν από πίσω [τους φαντάρους του κυβερνητικού στρατού] και οι αξιωματικοί τους κρατούσανε το πιστόλι στα χέρια για να τους ρίχνουνε πάνω μας». Οι φταίχτες λοιπόν είναι πρωτίστως οι ξένοι και δευτερευόντως κάποιοι αξιωματικοί (των οποίων η εθνότητα δεν αναφέρεται).
Ο αγώνας, με άλλα λόγια, ουσιαστικά δεν είναι εμφύλιος2. Απλώς κάποιοι Έλληνες είναι εγκλωβισμένοι σε μια παράταξη που δεν τους εκφράζει και που δεν την καθοδηγούν καν Έλληνες. Αυτοί οι εγκλωβισμένοι Έλληνες που δεν θέλουν να πολεμήσουν είναι τα «αδέρφια» μας.
Όμως μετά από αυτή την τοποθέτηση, που μοιάζει με ξεκαθάρισμα του τοπίου, τα πράγματα αλλάζουν. Στο εξής οι αντίπαλοι, ο άλλος στρατός, όπου βέβαια περιλαμβάνονται και όσοι μόλις χαρακτηρίστηκαν «αδέρφια», ονομάζονται ορθά κοφτά «ο εχθρός». Ούτε καν ο «αντίπαλος», παρά ο «εχθρός». Γιατί μπορεί να είναι «αδέρφια» μας, αλλά αν κάτι τέτοιο μάς απασχολήσει παραπάνω, θα καταστήσει προβληματικό έναν αγώνα ζωής και θανάτου.
Πράγματι λοιπόν το κείμενο, αν και αρχίζει με την υποδήλωση της «συγγένειας», αμέσως μετά την παραγράφει χωρίς καμία εξήγηση για τη μετάβαση από την έννοια του αδερφού σε εκείνην του εχθρού. Και όχι μόνο αυτό: αλλά ο συγγραφέας επιδίδεται επιπλέον σε περιγραφές καταστάσεων, όπου η άκρα ταλαιπωρία του αντιπάλου προκαλεί «μεγάλο κέφι» στους δικούς μας. Όταν τις νύχτες αυτοί «οι δικοί μας» αιφνιδιάζουν τους αντιπάλους: «Οι μαχητές μας πρέπει να βρίσκουνε μεγάλο κέφι σ’ αυτό το λαχτάρισμα, τ’ ασταμάτητο βασάνισμα του εχθρού. Βαρύς, μηχανικός, είναι ο γδούπος της εχθρικής χοντροκέφαλης δύναμης που κινιέται. Είναι το άψυχο μπουλούκι που σέρνεται. Σβέλτη κι επίμονη, πονηρή και χαρούμενη είναι η ψυχή που αντιστέκεται με πίστη κι απόφαση, μ’ αγάπη για τη ζωή και λαχτάρα για τη νίκη» (σ.50). Ώστε παρά τον εμφύλιο χαρακτήρα, αναστολές δεν υπάρχουν καθόλου στη μάχη. Ο αγώνας είναι δίκαιος και διεξάγεται με υψηλό ηθικό. Αν συγκρίνουμε το κείμενο αυτό με τα πεζογραφήματα για τον αλβανικό πόλεμο, θα διαπιστώσουμε ότι σε εκείνα, κείμενα επίσης ενός «δίκαιου πολέμου», υπάρχουν πολλά στοιχεία από την ανθούσα άλλοτε αντιπολεμική λογοτεχνία, που δεν θα τα βρούμε στο κείμενο του Χατζή: οι κακουχίες, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στον ανθρωπισμό και στην πολεμική αποτελεσματικότητα, η αγάπη για τον αντίπαλο, η θλίψη μπροστά στον θάνατο3.
Στη «Μουργκάνα» αντίθετα δεν αναφέρονται καθόλου κακουχίες ούτε αμφιταλάντευση, η αγάπη για τον «αδερφό» εξαντλείται στην πρώτη σελίδα (στα έργα του αλβανικού πολέμου κερδίζεται σταδιακά), όσο για τον θάνατο, αυτός ή περιγράφεται σχεδόν ευτράπελα4 ή προκαλεί πίκρα μονάχα «για μια στιγμή»: «Η Ρίγκω σκοτώθηκε χτες. Δε θα ξανανεβεί στα βουνίσια μονοπάτια, δε θα
ξαναπερπατήσει στα ντερβένια του κάμπου. Δε θα ιδεί τη λευτεριά και την ειρήνη.
Για μια στιγμή ο τόπος γιομίζει πίκρα. Μα οι σύντροφοι της Ρίγκως ξαναπηγαίνουνε τώρα για τη νυχτερινή τους επίθεση στα συρματοπλέγματα. Και τραγουδούν» (σ. 98).
Ο θλιβερότερος πόλεμος λοιπόν στην πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας γεννά το πιο φιλοπόλεμο ίσως έργο στη λογοτεχνία της. Ποτέ άλλοτε, νομίζω, δεν έχει επιμείνει συγγραφέας πολεμικού αφηγήματος τόσο πολύ στο τραγούδι που συνοδεύει τη ζωή των αγωνιστών. Στη «Μουργκάνα» οι στρατιώτες παρουσιάζονται να τραγουδούν ασταμάτητα: «Αγαπούνε τους συντρόφους τους, την Πατρίδα τους, λαχταρούνε τη νίκη. Είναι απλοί και χαρούμενοι. Γι’αυτό τραγουδούνε τόσο πολύ. Αγαπούνε τη ζωή, τ’ αγαθά της, την ειρήνη. Είναι ήμεροι και συναισθηματικοί. Γι’ αυτό συγκινούνται έτσι εύκολα και δακρύζουνε με το πρώτο. Έτσι είναι όλοι τους. Πολεμούνε καλά, τραγουδάνε πολύ και δακρύζουνε με το τίποτα» (σ. 53).
Η Πατρίδα είναι με κεφαλαίο και η ελληνικότητα διεκδικείται στο ακέραιο, όπως θα δούμε και παρακάτω. Όσο για τους αγωνιστές είναι η ενσάρκωση του ειρηνικού ιδανικού: χαρά, απλότητα, ημεράδα, αλληλεγγύη και συναισθηματισμός. Κι ο πόλεμος, σε αυτά τα συμφραζόμενα, λίγο απέχει από μια χαρούμενη άθληση.
Σε όλα τα παραπάνω υπάρχει βέβαια μια υπερβολή. Παρόλο που οι μάχες της Μουργκάνας αποτέλεσαν εξαιρετική επιτυχία για τον Δημοκρατικό Στρατό, επιτυχία που άγγιζε τα όρια του «θαύματος»5, και οπωσδήποτε θα διεξήχθησαν με πάρα πολύ πείσμα, δεν μπορεί παρά να απείχαν εξίσου πολύ από το κέφι και την ευφρόσυνη διάθεση που επιδιώκει να τους αποδώσει ο Χατζής. Η υπερβολή -αυτό μπορούμε με κάποια ασφάλεια να το υποθέσουμε- υποκρύπτει μάλλον το εντελώς
αντίθετό της. Τόσο πιο ευφρόσυνο θέλει να αποδώσει τον αγώνα ο Χατζής όσο πιο ζοφερός είναι· τόσο πιο αισιόδοξο όσο πιο απελπισμένος. 'Αλλωστε στο έργο αυτό μια δευτερεύουσα νίκη ανάγεται σε παράδειγμα, τη στιγμή που ήταν μάλλον σαφές ότι η συνολική ήττα πλησίαζε αναπόφευκτα. Γνωρίζουμε επιπλέον ότι ο ίδιος ο Χατζής, όταν βρέθηκε στο βουνό το καλοκαίρι του ’48, δεν πολέμησε καθόλου, και πως στάλθηκε σύντομα εκτός συνόρων με πολύ ταραγμένα τα νεύρα του6.
Ίσως λοιπόν η «Μουργκάνα» διεκδικεί τα πρωτεία και του πιο ανειλικρινούς πολεμικού κειμένου της ελληνικής λογοτεχνίας. Και εδώ είναι χρήσιμο να την παραβάλλουμε με ένα άλλο προϊόν της εμφύλιας σύρραξης, την Πυραμίδα 67 του Ρένου Αποστολίδη (1950). Η Πυραμίδα 67 αποτελείται από γράμματα και ημερολόγια που κρατά ο επιστρατευμένος στον κυβερνητικό στρατό συγγραφέας, ο οποίος έχοντας, καθώς λέει, αποφασίσει να μη χρησιμοποιήσει καθόλου το όπλο του, γράφει ασταμάτητα σε ένα μπλοκ που κρατάει πάντα πάνω του. Ο Ρένος Αποστολίδης συντάσσει ένα σαφώς αντιπολεμικό κείμενο. Διεκτραγωδεί την πείνα, το κρύο, τις κακουχίες, το Εγώ που υποφέρει,
αναλύει τη ματαιότητα ενός πολέμου που γεννά την απόγνωση, δηλώνει την απόλυτη αντίθεσή του προς κάθε ηρωισμό και την απιστία του προς οποιαδήποτε ιδέα· μόνη αξία είναι γι’ αυτόν η αξία της ζωής. Το κείμενο τούτο ωστόσο δεν θερμαίνεται από καμία ή σχεδόν καμία συμπάθεια ούτε για τους συστρατιώτες ούτε για τους αντιπάλους, και αποτελεί το ξέσπασμα ενός ανυπότακτου σε κάθε αρχή υποκειμένου, που αντιτίθεται σε ό,τι πάει να καταπιέσει τον πολύτιμο εαυτό του.
Ο Εμφύλιος γέννησε λοιπόν, την ίδια την εποχή που διεξήγετο, δυο αντιδιαμετρικά κείμενα. Το ανειλικρινές έργο μιας αισιόδοξης συντροφικότητας και το ειλικρινές έργο ενός μηδενιστικού εγωκεντρισμού. Το πρώτο από την παράταξη των μελλοντικών ηττημένων, το δεύτερο από την παράταξη των νικητών. Κι όμως τα δύο αυτά έργα έχουν ένα σημείο σύγκλισης που νομίζω πως είναι χαρακτηριστικό. Αποτελούν και τα δύο μαρτυρίες, χρονικά, που αποστρέφονται -όπως τα ίδια δηλώνουν- την οποιαδήποτε μυθοποίηση:
«Τέλειωσα τη διήγησή μου. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα -σαν γραμματικός- με τα περιστατικά της μάχης. Πρέπει μονάχα να πω πως όλα βαλθήκανε με τη σειρά την κανονική τους. Δεν υπάρχουνε σ’ αυτή τη διήγηση ανακρίβειες ούτε υπερβολές. Οι διάλογοι είναι όλοι αυθεντικοί. Ξεχωριστά οι πληροφορίες σχετικά με τις κινήσεις, τις ενέργειες και τις προθέσεις ακόμα του εχθρού είναι απόλυτα βεβαιωμένες. Κι όλα μέσα στη διήγηση είναι υποταγμένα, όχι μόνο γενικά στην αλήθεια μα στην πιο αυστηρή απαίτηση της ακρίβειας και για το πιο μικρό περιστατικό» (σ. 96).
Αυτά τα γράφει ο Χατζής μέσα στο κείμενο της «Μουργκάνας». Ο Ρένος Αποστολίδης θα εξηγήσει αργότερα, στην τρίτη έκδοση της Πυραμίδας, τον τρόπο σύνθεσής της: Η Πυραμίδα βγήκε, γράφει, «με τον πιο απλό -πιο “αντί- λογοτεχνικό" θά ’λεγε κανείς ίσως- τρόπο. Έβαλα τα “γράμματα ” στην απόλυτη χρονολογική τους σειρά»7.
Και τα δύο έργα λοιπόν επικαλούνται την ελάχιστη δυνατή επέμβαση του συγγραφέα. Θέλουν να είναι η γυμνή και αστόλιστη αλήθεια. Ο συγγραφέας παρουσιάζεται πολύ πρόθυμος να αυτοκαταργηθεί: «θά ’θελα καλύτερα νά ’σπαζα τα κοντύλια και νά ’σκιζα τα χαρτιά», λέει αλλού ο Χατζής σε μια έξαρση περηφάνιας για την παράταξή του: «Τι μπορείς να πεις για τον άνθρωπο που νικάει το καμένο σίδερο; [...] Νιώθω περηφάνια που γεννήθηκα Έλληνας. Είδα, χάρηκα, δυνάμωσα, χόρτασα. Τίποτα δεν απομένει για τη δουλειά του γραμματικού. Κι ωστόσο πρέπει να πω» (σ. 72).
Μια μάχη γίνεται έτσι υψηλό έργο της ανθρώπινης αξίας και της ελληνικής αρετής (ιδού πάλι η ελληνικότητα ταυτισμένη με την αριστερά), μπροστά στην οποία η τέχνη δεν έχει λόγο ύπαρξης. Η τέχνη δεν μπορεί να αγγίξει το μεγαλείο της πράξης. Το μόνο που της μένει ίσως είναι να την υμνήσει ή να την προπαγανδίσει.
Η δευτερεύουσα σημασία της τέχνης είναι φυσικό να προβάλλει σε εποχές έντονης δράσης. Μου έρχεται στον νου το ωραίο διήγημα του Σωτήρη Πατατζή «Το χοντρό βιβλίο» από τα Ματωμένα χρόνια (1946). Εκεί ένας αγράμματος άνθρωπος στην Κατοχή θαυμάζει τους μορφωμένους νεαρούς φίλους του και το χοντρό βιβλίο που χρησιμοποιούν, ένα λεξικό. Οι μορφωμένοι νέοι προσπαθούν να τον πείσουν ότι τα πιο σπουδαία βιβλία είναι αυτά που γράφονται με αίμα, και πράγματι όταν εκείνος θυσιάζεται ηρωικά, οι νέοι αποφαίνονται με συγκίνηση ότι ο αμόρφωτος σύντροφός τους «γράφει» τώρα το βιβλίο.
Και εδώ η πράξη είναι σημαντικότερη από την τέχνη, όμως αποφεύγεται η υπερβολή που χαρακτηρίζει και σε αυτό το σημείο τον Χατζή: «καλύτερα νά ’σπαζα τα κοντύλια». Για τις υψηλές πράξεις αυτοθυσίας στην αντίσταση δεν βρέθηκε, αν δεν κάνω λάθος, κανείς να πει πως πρέπει να καταργηθεί η γραφή. Κι αυτό είναι, πιστεύω, επίσης χαρακτηριστικό.
Ο Εμφύλιος είναι γενικά μια εποχή όπου το νόημα του να γράφει κανείς αμφισβητείται. Συνήθως αμφισβητείται με έκδηλη αγωνία και απελπισία. Η Μέλπω Αξιώτη στο Παρίσι δεν γράφει λογοτεχνία παρά μόνο καταγγελίες εναντίον του εμφυλιοπολεμικού κράτους. Ο Θεοτοκάς στην Αθήνα αναρωτιέται προς τι να γράφει κανείς, αφού δεν υπάρχει πλέον κοινό να τον διαβάσει8.
Ο Ρένος Αποστολίδης, όπως είδαμε, μεριμνά μόνο για την καταγραφή της μαρτυρίας. Κι ο Εγγονόπουλος έχει συνθέσει το περίφημο εκείνο ποίημα της αυτοκατάργησης, που το επιγράφει «Ποίηση 1948»:

Τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια.
Σαν πάει κάτι
να
γραφεί,
είναι
ωσάν να γράφονταν
από την άλλη μεριά αγγελτηρίων
θανάτου...9

Ο Χατζής δεν πρέπει να αισθάνεται πολύ διαφορετικά. Όμως τη ματαιότητα της τέχνης κατά την εποχή του εμφυλίου χαλασμού την αντιστρέφει σε μια χαρούμενη αυτοκατάργηση. Αλλά η υπερβολή, όπως είπαμε, μάλλον αναδεικνύει παρά συγκαλύπτει το τραγικό μέγεθος του αδιεξόδου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Δημήτρης Χατζής, Θητεία (αγωνιστικά κείμενα 1940-1950), Αθήνα 1979, σ.33. Α'
δημοσίευση στη «Φωνή του Μπούλκες», Ιούλιος 1948.
2. Πβ. τη διεκδίκηση του συνόλου του ελληνικού πληθυσμού, όπως δίνεται στο τέλος του αφηγήματος: «Τα πολυβολεία που κρατούνε το Ταεροβέτσι χτυπούνε με τον παλμό της καρδιάς τριακόσιων χιλιάδων Ηπειρωτών, εφτά εκατομμυρίων Ελλήνων», ό.π., σ. 94.
3. Βλ. το μελέτημά μου «Η ανδρεία της ευαισθησίας. Ο πόλεμος του ’40 στην ελληνική λογοτεχνία», Ελευθεροτυπία (Βιβλιοθήκη), 29/10/1999, σσ. 4-5.
4. «[Οι δικοί μας] τους τρομάζουν, τους συγχύζουν [τους αντιπάλους], τους σκορπίζουν και τους δεκατίζουν. Και τραγουδάνε. Ο διμοιρίτης Γκόγκος στο λόχο του Σδράβου, τραυματισμένος στα υψώματα της Μεγάλης Ράχης έμεινε στη θέση του και τραγουδούσε ώς την ώρα που μια οβίδα του πυροβολικού τον σκόρπισε ολότελα», σ. 52.
5. Τον χαρακτηρισμό «θαύμα» τον χρησιμοποιεί ο Γιώργος Μαργαρίτης, ο οποίος και περιγράφει αναλυτικότατα τις σχετικές επιχειρήσεις, Ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1946-1949, A ', Αθήνα 2000, σσ. 393-415.
6. Η πληροφορία για την άσχημη κατάσταση νεύρων του Χατζή προέρχεται από συζήτησή μου με τον Νίκο Γουλανδρή.
7. Ρένος Αποστολίδης, Πυραμίδα 67,Αθήνα 1996, σ. ζ'.
8. Γ. Θεοτοκάς και Γ. Σεφέρης, Αλληλογραφία (1930-1966), Αθήνα 1975, σ. 151.
9. Ν. Εγγονόπουλος, Ποιήματα, Β ' Αθήνα 1993, σσ. 157-158.