"Μας τό ΄καμε από γκορτζιά! "

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Αντώνης Ζώης

Το βιβλίο αυτό αποκαλύπτει τους μηχανισμούς της δημιουργίας των κάλπικων ιστορικών οραμάτων και των αλλεπάλληλων βιασμών των αντικειμενικών αρχαιολογικών δεδομένων, όχι μόνο από τον Evans, αλλά και από άλλα μεγάλα ονόματα της αιγαιακής αρχαιολογίας. Η σημειωτική και η ψυχολογία του βάθους -κάποτε με τη μορφή αστυνομικού μυθιστορήματος- στην υπηρεσία της κριτικής των ιδεών και της επιστημονικής μεθοδολογίας, σε ένα κείμενο που ρέει λαγαρό σαν το νερό του ρυακιού, χωρίς να του λείπουν οι πολεμικές εξάρσεις και το χιούμορ. Είναι ίσως το ωριμότερο βιβλίο του καθηγητή Αντώνη Ζώη, που έχει αφιερώσει τέσσερις δεκαετίες στη σκληρή, συνεχή μελέτη της αρχαιολογίας της Κρήτης. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Τις διακοπές του Πάσχα τις αφιέρωσα σ' αυτό το βιβλίο που μου χάρισε ο καθηγητής Αντώνης Ζώης μαζί με τα υπόλοιπα για την ιδιαίτερη πατρίδα του το Φοινίκι. Σύντομα, μόλις τα τελειώσω κι αυτά, θα σας ενημερώσω. Γιά την ώρα, να γράψω, ότι αξίζει κανείς να διαβάσει αυτό το βιβλίο, μόνο και μόνο για την κριτική σκέψη του καθηγητή!

Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Κάτω στα δασιά τα πλατάνια




ΚΑΤΩ ΣΤΑ ΔΑΣΙΑ ΤΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Κάτω στα δασιά τα πλατάνια, στις κρυγιόβρυσες,
κάθουνταν δυό παλληκάρια και μια λυγερή.
Κάθουνταν και τρώγαν και πίναν και κουβέντιαζαν
κι όλο τη γλυκορωτούσαν και της λέγανε:
-Διαμαντούλα, τι 'σαι μαύρη, τι 'σαι κίτερνη;
Μήνα ο ήσκιος σ' ασκημαίνει, μήνα η φαντασιά;
-Ούτε ο ήσκιος μ' ασκημαίνει, ουδέ η φαντασιά,
μ' ασκημαίνει ενά παλληκάρι τα μεσάνυχτα·
με βαρεί και με μαλλώνει του παπά ο γιός.
Σύρτε φέρτε τον τον πούστη, το βελεντζινά,
να τον δείρω μοναχή μου με τα χέρια μου·
να τον δείρω μες στα χείλη, με το φίλημα,
να τον δείρω και στα χέρια με βασιλικό,
να τον δείρω και στη μέση με το αγκάλιασμα.

Η καταγραφή της συγκεκριμένης εκδοχής του πασίγνωστου τραγουδιού είναι από τον Αντώνη Ζώη, Φοινίκι Θεσπρωτίας, Μνημεία λαϊκού λόγου και πολιτισμού, τ. 2, (β΄ εκδ. 2015) σ. 82. Προσέξτε το ερωτικό ξέσπασμα της Διαμαντούλας! Μην σας παραξενεύει ο όρος "πούστης". Σημαίνει τον πολύ όμορφο νέο άντρα, το ομορφόπαιδο, με κακή συμπεριφορά. Βλ. και "...κι έσκυψα να τη φιλήσω, δε με δέχτηκε/ Μούειπε πούστη και μπαστάτη και βελεντζινά..." και "...Τι 'πες αυτού ραυτόπουλο, και πούστη και μπαστάρδι, κι αν δεν το πω του μάστορη να σε τουρκοπαιδέψει!..." και μιά και το κινήσαμαν: "...Σε τί χαμάμι θα να πας;/ -Άϊντε, πούστη, τί ρωτάς;..."(Π. Αραβαντινός, Συλλογή δημωδών ασμάτων της Ηπείρου, Αθήναι 1880, αρ. 401.) Ο Αραβαντινός διασώζει άλλο ένα τραγούδι με την ίδια περίπου στιχομυθία: "…-Τ' έχεις κόρη, κι είσαι μαύρη, κι είσαι μοναχή/ μήνα ίσκιος σ' ακλουθάει, μήνα φάντασμα;/ -Ούτε ίσκιος μ' ακλουθάει, κι ούτε φάντασμα,/ με τραβάει ο Μιχαλάκης, το Χατζόπουλο,/ δυό βδομάδες δεν τον είδα, δε μ' εζύγωσε./ -Σύρτε φέρτε μου τον πούστη, το βελετζενά/ να τον δείρω στο κεφάλι με τριαντάφυλλα,/ να τον δείρω και στα χέρια με βασιλικό,/ να του κλείσω και το στόμα με τη ζάχαρη." Αραβαντινός, αρ. 248.
Ο Α. Ζώης (Φοινίκι, τ. 2, σ. 84) σχολιάζει τις λέξεις "πούστης" (βλ. παραπάνω) και "βελεντζινάς". Γράφει: προέρχεται είτε από τη βλαχικής προέλευσης λέξη βελέντζα τη γνωστή μεγάλη μάλλινη "κουβέρτα", είτε από τουρκική λέξη, της οποίας η έννοια είναι: παιδεραστής. Στο "Λεξικό" τ. 3, σ. 28, γράφει: Ο καλοφτιαγμένος, ο καλοντυμένος, ο φροντίζων με υπερβάλλοντα ζήλο την εμφάνισή του νέος.
Σε ένα παλιό λεξικό βρήκα μιαν άλλη εξήγηση: Βελετζινάς: ο πονηρός, ο πανούργος (Γ. Βεντότου, Λεξικόν, Βενετία,1816, σ.164) που ταιριάζει καλύτερα. Σίγουρα η βελέντζα συνέβαλλε στην παρήχηση. Ίσως ο τύπος να είναι βελετζινάς ή βελετζενάς (Αραβαντ.). Ο Α. Ζώης σχολιάζει επίσης, ότι ο ήσκιος είναι ο κακός ύπνος και η φαντασιά το κακό όνειρο, τα φοβερά οράματα. Παρατηρεί σωστά ότι η λέξη φάντασμα δεν υπάρχει στο φοινικιώτικο ιδίωμα. Ο Ζώης διορθώνει τον (Σιδερίτη) Γ. Κολιούση που έγραψε: Μήνα ήσκιος σε πατάει, μήνα φάντασμα; Θα μπορούσαμε όμως να υποθέσουμε σύμφωνα με την παλιότερη καταγραφή του Αραβαντινού: Ούτε ίσκιος μ' ακλουθάει, κι ούτε φάντασμα, ότι ο ήσκιος εδώ έχει την έννοια του φαντάσματος (ίσκιωμα).
Θα ρωτήσω τον σεβαστό καθηγητή και θα επανέλθω…


Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

ΜΟΡΑ



                                           Η ΜΟΡΑ


Η ρίζα της λέξης Μόρα χάνεται στα βάθη της προϊστορίας. Από την πανάρχαια ινδοευρωπαϊκή λέξη *mer που σήμαινε "πεθαίνω"[1], προέρχεται η Μόρα το νυχτερινό τέρας, που με τη μορφή άσχημης γριάς[2] κάθεται πάνω στο στήθος του κοιμισμένου και του ρουφάει την ανάσα και τη ζωή!
Οι αρχαίοι Έλληνες από αυτή τη ρίζα έπλασαν τη λέξη μοίρα που είναι η μοιρασιά, το μερίδιο, ο κλήρος και η τύχη. Η μοίρα όμως του ανθρώπου είναι ο μόρος, ο θάνατος[3].
Η λέξη σήμαινε το τέλος του ανθρώπου, το θάνατο και τον όλεθρο. Έτσι συναντάμε τη λέξη στον Όμηρο ότε μιν μόρος αινός ικάνοι[4], θάνατόν τε μόρον τε [5]. Η ομηρική μοίρα δεν είναι προσωποποιημένη θεότητα αλλά απρόσωπη δύναμη, ένα είδος ύπατης νομιμότητας που επιβάλλεται σε θεούς και ανθρώπους[6]. Μαζί με το νόστιμον ήμαρ την ποθητή ημέρα της επιστροφής, υπάρχει και το μόρσιμον ήμαρ[7], η ημέρα του ολέθρου και του θανάτου! Από την ίδια ρίζα έπλασαν και τη Μορμώ, ένα φοβερό θηλυκό τέρας που τρόμαζε τους ανθρώπους, αλλά και τον Μόρο τον γιό της Νύχτας κι αδερφό του Θανάτου[8].
Οι Ρωμαίοι, ως ινδοευρωπαϊκός λαός, δημιούργησαν από την ίδια ρίζα τη λέξη mors- rtis για το θάνατο και την τελευτή. Τη λέξη αυτή διασώζουν πολλές σύγχρονες γλώσσες: (murder "φόνος" αγγλικά, αλλά και Nightmare το αντίστοιχο τέρας της νύχτας, mara, mare στα γερμανικά).
Ένας άλλος ινδοευρωπαϊκός λαός που κατέβηκε αργότερα προς τη Μεσόγειο, οι Σλάβοι έφεραν μαζί τους στον ελλαδικό χώρο γύρω στον 7ο αιώνα τη Μόρα (morь[9]), που ήδη από την εποχή της κοινής σλαβικής, σήμαινε το πνεύμα του πεθαμένου. Αυτό, με τη μορφή μιάς νυχτοπεταλούδας, βασάνιζε ως εφιάλτης και πίεζε το στήθος του κοιμισμένου.
 Ήταν η προσωποποίηση ενός κατώτερου δαίμονα η ανάμνηση του οποίου επιζεί ακόμα στη σλαβική παράδοση[10]. Οι Σλάβοι, στις περιοχές που συμβίωσαν με τους Έλληνες, μετέδωσαν το δαίμονα αυτό της νύχτας με τη μορφή της Μόρας[11]. Σε άλλες περιοχές που δεν υπήρχε συμβίωση, η Μόρα έχει το όνομα "Βαρυπνάς".
Στη λακωνική Μάνη, όταν ο ανάδοχος παραδίνει το νεοβάφτιστο στη μητέρα του, εύχεται να το φυλάει από τις στρίγγλες και τις μόρες[12]. Από τους Σλάβους, πήραν τη λέξη κι οι Ηπειρώτες με την έννοια του εφιάλτη[13].
Μωρή Μόρα και Μορού
μέτρα τ' άστρα τ' ουρανού
και την άμμο της θαλάσσης,
και τα σοκάκια τση Πόλης
κι απέ να 'ρθεις να με πλακώεις.[14]
Αυτό το ξόρκι για να μη ξανάρθει η Μόρα, τραγουδούσαν στο Φοινίκι της Θεσπρωτίας[15].

Η Μόρα. Μια πανάρχαια ινδοευρωπαϊκή παράδοση, αφού ταξίδεψε από την αρχική γενέτειρα σε ανατολή (Māra στα σανσκριτικά) και δύση, ξαναγύρισε σ΄αυτή τη γωνιά της Μεσογείου μαζί με δεκάδες άλλες ξεχασμένες λέξεις!


[1] Φαίδων Μαλιγκούδης, Σλάβοι στην μεσαιωνική Ελλάδα, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2013, σ.189.
[2] Οι σλάβοι, την προτιμούσαν όμορφη γυναίκα.
[3] Ένα από τα πολλά επίθετα του Διός είναι "Μόρος". Μορίου Διός Σοφοκλής, Οιδίπους επί Κολωνώ, στ. 705.
[4] Ομήρου Ιλιάδα Σ,465.
[5] Οδύσσεια Ι,61. Ακόμα βλ. Ησίοδος, Νυξ δ έτεκε στυγερόν τε Μόρον και Κήρα μέλαιναν και Θάνατον, Θεογονία, στ. 211-212, ϑνητούς έπαυσα μη προδέρκεσθαι μόρον, Αισχύλος, Προμηθεύς, 248, τούδε του μόρου τυχείν, Σοφοκλής Αντιγόνη, 461,
[6] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα: Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο, ΚΡΙΤΙΚΗ, 2007, σσ.169-171.
[7] Ομήρου Οδύσσεια, Κ, 175. Ακόμα: αίσιμον, ολέθριον, νηλεές, ελεύθερον, δούλιον, αναγκαίον ήμαρ.
[8] Ησίοδος, Θεογονία 211 Νυξ δ έτεκε στυγερόν τε Μόρον.
[9] ΜΑΧ VASMER   Die Slaven in Griechenland   21  Leipzig 1970 2, 156. Εδώ με τις έννοιες θανατικό, λοιμός, επιδημία, πανούκλα. Ο Γ. Μπαμπινιώτης στο Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2010, γράφει απλώς mora < σερβοκρ. εφιάλτης-θανατικό, σ. 874.
[10] moroi  ρουμανικά, смърт βουλγαρικά, zmora πολωνικά.
[11] Περισσότερα σε: Φαίδων Μαλιγγούδης, Το φαινόμενο του πρώιμου σλαβικού παγανισμού, σε Vizantijskij vremennik, 51 (1990), s. 86-91.
[12] Μαλιγκούδης, Σλάβοι ο.π. σ. 189.
[13] ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΠΟΓΚΑ «Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου»
(Βορείου Κεντρικής και Νοτίου Β΄ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.α.) Εκδόσεις Ε.Η.Μ. Ιωάννινα 1966, σ. 239 και Κώστας Οικονόμου, Σλαβικά λεξικολογικά δάνεια στα Ελληνικά ιδιώματα της Ηπείρου, Εκδόσεις Ε.Η.Μ. Ιωάννινα 2010, σ. 79.
[14] Αντώνης Α. Ζώης, Φοινίκι Θεσπρωτίας, Μνημεία λόγου και πολιτισμού, τ. 1, ερινεός, Αθήνα 2015, σ. 44.
[15] Στον Παλαμά της Καρδίτσας, τραγουδούσαν ένα μεγαλύτερο ξόρκι της ίδιας όμως αρχής (δηλ. η Μορούσα να μετρήσει κάτι υπερβολικά πολυπληθές ώστε να καθυστερήσει -ή να ματαιώσει- τον ερχομό της. Τ' αστέρια του ουρανού κι η άμμος της θαλάσσης είναι κοινά. ) :
Τυχ' τυχ κι γουνιώτι δώδικα θιμελικά.
ΟΧριστός απέρασι, τα δέντρα καλημέρισι.
-Καλημέρα σας, δέντρα μου. -Καλώς του Χριστό που ήρθι.
-Μην είδατε του είδωλου, που πάει κι πατάει τουν γκόσμου;
-Ναι, του είδαμι. Πήγι να πατήσ' τουν (τάδι).
-Να πάτι να του πήτι πως είπι Χριστός κι Παναγιά
να πηγαίν' πρώτα να μιτρήσ' μι του καύκαλου απ' τα νυχ'
της γης τα χορταράκια, τ' αστέρια από τον ουρανό,
τα φύλλα από τα δέντρα, τα λιθάρια απ' τα βουνά,
της θάλασσας τον άμμο κι μιτά να πάει να πατήσ' τουν (τάδι).
Κ .Δ. ΤΣΑΓΓΑΛΑΣ Λαογραφία- Λαϊκή Λατρεία, Μέρος Β΄ Η ΜΑΓΕΙΑ Γιάννινα 1986, Πανεπιστήμιο Ιωαννίννων, σ.26.

Στη φωτογραφία: Η Μόρα (Μελίνα Κυρτάτα).Από την παράσταση "Το αίνιγμα του τράγου" Παλιά Σαγιάδα 21-8-2015.Φωτογραφία Απόστολος Δήμος.