" Φάμανε το βόιδι και ποστάσαμαν στη νουρά. " "
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΙΜΕΡΙΚΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΙΜΕΡΙΚΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Μια κοπέλα είχε μύτη με ρουθούνια
Που της έφτανε ως κάτω στα τακούνια
Κι έτσι πήρε μια γριά
Να βαδίζει μακριά
Και να κουβαλάει μύτη και ρουθούνια

Λιμερίκι (για να βλογήσουμε τα γένια μας)

There was an Old Man with a beard,
Who said ‘It is just as I feared! –
Two Owls and a Hen,
Four Larks and a Wren,
Have all built their nests in my beard!’


Ήταν μια φορά ένας γέρος με γενειάδα
Που είπε: «Τι την ήθελα τόση, τη ρημάδα;
Δυο μπούφοι και μια κίσσα
τρεις γλάροι και μια νήσσα
χτίσαν φωλιά στη δική μου τη γενειάδα!»


(Από τη Λεξιλογία)

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Ήταν μια κοπέλλα από τα Γιάννενα...

Κατακαλόκαιρο συντροφιά με τον Εδουάρδο το Λήρο!
Με Λιμερίκια, Ληρολογήματα
και παγωμένες μπύρες!

(Edward Lear, Complete Nonsense, Wordsworth classics 1994, σ. 105)

Λιμερίκια


«Ήταν ένα παιδόπουλο στο Αίγιο
Κι ένας λόρδος περνώντας του λέγει: Ω!
Αν μ’ αφήσεις πριν φύγω
Να σ’ τον κάτσω για λίγο
Θα σε στείλω μετά στο Κολλέγιο.»



Τα Limericks («λιμερίκια» κατά Γιώργο Σεφέρη) είναι πεντάστιχα ποιήματα με ρίμες ΑΑΒΒΑ και με τους δύο ενδιάμεσους στίχους (3,4) πιο κοντούς. Υπήρχαν από παλιά στην Ιρλανδία (εξ ου και το όνομα από την πόλη του Limerick) και ήταν 99% άσεμνα. Ένα ανώνυμο λέει πως τα καλά είναι τα βρώμικα και τα καθαρά δεν είναι αστεία.

Τα ανέδειξε και τα διέδωσε ο ποιητής, ζωγράφος (τοπιογράφος της Ελλάδας) και πατέρας του Βρετανικού nonsense (μαζί με τον Carroll) Edward Lear (1812 – 1888). . Έβαζε τους δύο κοντούς στίχους μαζί - με εσωτερική ομοιοκαταληξία. Σε μας έχει γράψει αρκετά ο Σεφέρης. Και παιδικά και άσεμνα.

Τα λιμερίκια του Ληρ ήταν τρελά αλλά σεμνά. Αρχίζουν πάντα με την παραδοσιακή φράση «Ήταν κάποιος (νέος – γέρος κλπ) από…». Ακολουθεί όνομα πόλης, το πιο δύσκολο δυνατό για ομοιοκαταληξία. 
(Από το Νίκο Δήμου)















Ήταν ένας γέρος στις Θερμοπύλες
που όλο μαγείρευε κρύες κι έρμες νίλες·
και του λεν: «Α’ θες αβγά
στα τσαρούχια σου βραστά,
μωρ’ δεν πολυχρονάς στις Θερμοπύλες».

(Κατά τον Εδουάρδο τον Λήρο)

Γ. Σ.