"Και στο λήσταρχο ψωμί και στ' απόσπασμα χαμπέρι! "

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΛΑΒΙΚΩΝ ΤΟΠΩΝΥΜΙΩΝ ΣΤΗ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ


 Mark Whittow, The Making of Orthodox Byzantium, 600-1025 σελ. 114 (Palgrave MacMillan,1996)




   ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΛΑΒΙΚΩΝ ΤΟΠΩΝΥΜΙΩΝ ΣΤΗ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ

Τα τοπωνύμια είναι "επιγραφές γραμμένες πάνω στο έδαφος". Με τη μελέτη τους[i] μπορούμε να βγάλουμε περισσότερα συμπεράσματα απ' όσα μπορούν να μας προσφέρουν οι συνηθισμένες ιστορικές αναφορές και τα αρχαιολογικά ευρήματα[ii], συμπληρώνοντας έτσι  την έρευνα.

Καιρό τώρα, παρουσιάζουμε τα τοπωνύμια της Θεσπρωτίας, με μια προσπάθεια ετυμολόγησης, ώστε να είναι κατανοητή η επίδραση του κάθε γλωσσικού φορέα στην περιοχή. Ήρθε ο καιρός, τώρα που η έρευνα πλησιάζει προς το τέλος της, να κάνουμε μια συνολική αποτίμηση της σλαβικής γλώσσας στην ονοματοδοσία των θεσπρωτικών τοπωνυμίων.
Τη δύσκολη (λόγω της έλλειψης ιστορικών πηγών) εποχή των αρχικών επιδρομών των Σλάβων, αλλά και την περίοδο της εγκατάστασής τους στον ευρύτερο  θεσπρωτικό χώρο, έρχονται να φωτίσουν αυτά τα τοπωνύμια τα οποία σχηματίστηκαν από τη γλώσσα των επήλυδων.
 Έμμεσα στις πηγές της εποχής μπορούμε να κατατάξομε και τα τοπωνύμια της περιοχής, τα οποία η γλωσσολογική έρευνα χρονολογεί σ' εκείνη την εποχή. Τα πολλά σλαβικά τοπωνύμια που έχουν επισημανθεί τόσο για την γεωγραφική ενότητα, την Βαγενετία, όσο και για μικρούς και μεγάλους οικισμούς, αλλά και τα πολλά μικροτοπωνύμια, αποκαλύπτουν ισχυρή αλλά και πρώιμη όσο και διαρκή παρουσία σλαβικών ομάδων[iii]. Οι σλαβικές ονομασίες δεν παραξενεύουν καθόλου στη Βόρεια Ελλάδα, όπου τα τοπωνύμια είναι κατά συντριπτική πλειοψηφία σλαβικά[iv].
O J. Koder[v] ισχυρίζεται ότι τα σλαβικά τοπωνύμια, βρίσκονται -με λίγες εξαιρέσεις μόνον- στο εσωτερικό της χώρας παρά στα παράλια. Ωστόσο, με προσεκτικότερη έρευνα, θα παρατηρήσουμε ότι οι Σλάβοι είναι ονοματοδότες οικωνυμίων και του παράλιου χώρου της Ηπείρου (π.χ. Πρέβεζα, Πάργα, Γουμενίτσα κλπ.).
 Τα τοπωνύμια αυτά, εξακολούθησαν [και μερικά από αυτά εξακολουθούν] να παραμένουν στη γλωσσική χρήση και μετά την γλωσσική αφομοίωση των αρχικών φορέων τους στις ελληνικές [και αλβανικές] διαλέκτους της περιοχής. Εξετάζοντας συγκριτικά το [οικωνυμικό και] μικροτοπωνυμικό υλικό των διαφόρων περιοχών, διαπιστώνει κανείς την ύπαρξη τοπωνυμίων, τα οποία αντικατοπτρίζουν ένα παλαιότερο στάδιο (κυρίως στη φωνολογία) της σλαβικής γλώσσας και σε άλλες με νεώτερο. Η ανωτέρω συγκριτική θεώρηση μας οδηγεί στο αντικειμενικό συμπέρασμα ότι στις περιοχές της πρώτης κατηγορίας (εκεί δηλαδή, όπου λείπουν τα νεότερα σλαβικά τοπωνύμια) σταμάτησε νωρίτερα η χρήση της σλαβικής, διότι οι φορείς της αφομοιώθηκαν γλωσσικά από το γηγενές στοιχείο. Στις περιοχές, όμως, της δεύτερης κατηγορίας θα πρέπει να υποθέσουμε ότι εξακολουθούσε να ομιλείται η σλαβική και μετά τα μέσα του 9ου αιώνα, μετά δηλαδή τη μετάθεση των υγρών στη σλαβική[vi]. Αυτό φυσικά προϋποθέτει την πλήρη συγκέντρωση του τοπωνυμικού υλικού της ευρύτερης περιοχής, μια εργασία που για τη Θεσπρωτία έχει προχωρήσει σε ικανοποιητικό βαθμό.

Η πρωτο-σλαβική γλώσσα ήταν η σχετικά ομοιογενής γλώσσα όλων των Σλάβων.
Η πρωτο-σλαβική και η πρωτο-βαλτική γλώσσα κατάγονται από μια κοινή Βαλτο-Σλαβική πρωτο-γλώσσα (CBS = Common Balto-Slavic). Η EPS (Early Proto-Slavic )
χαρακτηρίζεται από την διατήρηση του κοινού Βαλτο-σλαβικού *a και ομιλιόταν κατά την κύρια φάση του σλαβικού εποικισμού (600-750 μ.Χ.). Η LPS (Late Proto-Slavic) χαρακτηρίζεται από την τροπή EPS *a>o και ομιλιόταν κατά την περίοδο 750-850 μ.Χ. Τέλος, το 850 μ.Χ. θεωρείται η περίοδος λήξης της πρωτο-σλαβικής διότι από εκεί και μετά η λεγόμενη μετάθεση των υγρών διέσπασε την σχετικά ομοιογενή μέχρι τότε σλαβική γλωσσική κοινότητα σε τρεις κλάδους: νότιο, δυτικό και ανατολικό. Λίγο αργότερα έχουμε την κωδικοποίηση της Εκκλησιαστικής Παλαιοσλαβωνικής (OCS = Old Church Slavonic) από τους Κύριλλο και Μεθόδιο οι οποίοι βασίστηκαν στις επιχώριες σλαβικές διαλέκτους της περιοχής της Θεσσαλονίκης[vii]



Πυκνότητα των σλαβικών τοπωνυμίων (από το βιβλίο ιστορίας). Σύμφωνα με τον χάρτη τη μεγαλύτερη πυκνότητα στον ελλαδικό χώρο έχει η περιοχή της νότιας και ανατολικής Θεσπρωτίας ).

1) Πρώιμα πρωτοσλαβικά-τοπωνύμια (Early Proto-Slavic ~ EPS)


Είναι τα τοπωνύμια που διατηρούν ακόμα το κοινό Βαλτο-Σλαβικό /a/. Χρονολογικά αντιστοιχούν στο ίδιο στρώμα με τα πρώτα σλαβικά δάνεια στην Ελληνική η οποία δανείστηκε την EPS μορφή του σλαβικού ενδωνυμίου *Slavěninŭ και όχι την LPS/OCS Slověninŭ. Έτσι στα ελληνικά έχουμε τους όρους Σκλάβος, Σθλάβος και Σκλαβηνός, Σθλαβηνός. Επίσης, στην Ελληνική έχουμε το δάνειο σβάρνα (EPA barna >LPS borna > OCS brana).
Το τοπωνύμιο Γαρδίκι  (Φιλιάτες-Παραμυθιά) περιέχει την EPS μορφή *gardŭ και όχι την LPS *gordŭ ή την OCS gradŭ (λ.χ. Βελλέγραδα ~ Μπεράτι). Το Γαρδίκιον  περιέχει αυτούσια την EPS μορφή *gardĭkŭ του οποίου οι σημερινοί νοτιο σλαβικοί απόγονοι είναι το βουλγ/σλοβεν. gradec και το σερβ-κροατ gradac «μικρό κάστρο». Αράχωβα:Το τοπωνύμιο σημαίνει «καρυδότοπος» και περιέχει την EPS μορφή *arěhŭ (LPS orěhŭ). To δεύτερο /a/ είναι προϊόν ελληνικής αφομοίωσης (**Αρήχοβα > Αράχοβα, λ.χ. μοναχός > μαναχός και εργάτης> αργάτης) μιας και το yat αποδίδεται σαν «η» στην Ελληνική (Slavěninŭ > Σκλαβηνός/Σθλαβηνός, Dargaměrŭ > Δαργάμηρος, Βλαδίμηρος, Ακάμηρος, Τιχόμηρος κλπ).
Το οικωνύμιο Αρίλα στα παράλια (Πέρδικα), συναντάται για πρώτη φορά στα 1361 ως Αρλίσκα στο χρυσόβουλο του Συμεών Ούρεση Παλαιολόγου, υπέρ του Ιωάννη Τζάφα Ορσίνη εν τω θέματι της Βαγενετίας. Αργότερα αναφέρεται ως Arila στα Οθωμανικά φορολογικά μητρώα του 1551 και 1613. Ο Πιρί Ρεΐς αναφέρει το τοπωνύμιο ως Irile και Arile. Σύμφωνα με τον Vasmer (Vasmer, Slaven, σ. 21) το τοπωνύμιο προέρχεται από παλαιοσλαβικό Orьlьskъ: *orьlъ, αετός. ( Η λέξη προέρχεται από το πρωτο ΙΕ*h₃er- που έχει δώσει και το αρχαίο ελληνικό όρνις. [i]) Το ίδιο τοπωνύμιο, συναντάται στη Λωρίδα Σαγιάδας ως Όρλια.
Τα παραπάνω οικωνύμια της Θεσπρωτίας, δημιουργήθηκαν πριν την φωνητική αλλαγή, δηλαδή, πριν τα μέσα του 8ου αιώνα.
2) Ύστερα πρωτοσλαβικά τοπωνύμια (Late Proto-Slavic ~ LPS)
Είναι όλα αυτά που δείχνουν την αλλαγή EPS *a> LPS o (λ.χ. λατινικό acetum = «ξύδι» > OCS ocĭtŭ).Να σημειωθεί ότι κάποια προσλαβικά τοπωνύμια υπέστησαν την μεταβολή αυτή στο στόμα των Σλάβων.
Παράδειγμα οικωνυμίου στην περιοχή της Θεσπρωτίας είναι η Πόβλα: Το οικωνύμιο συναντάται για πρώτη φορά ως Πόβλιστα στο Χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου υπέρ της εκκλησίας των Ιωαννίνων (Ιούνιος 1321). Αργότερα αναφέρεται ως Povla στο Οθωμανικό φορολογικό μητρώο του 1551. Πόβλιστα < Παύλιστα (με χείλωση α > ο) < σλαβικά Pavlište, Pavlišta τόπος με εκκλησία του Αγίου Παύλου. Και ο τύπος Πόβλα αντιστοιχεί σε σλαβικό Pavlja, Pavlje “Παυλοχώρι” στη Σερβία.  Το ναωνύμιο προσδιόριζε αρχικά τη στενή περιοχή όπου ήταν χτισμένη η εκκλησία. Σε ορισμένες περιπτώσεις παραλείπεται η προσωνυμία άγιος, αγία, οπότε τα αγιωνύμια δίνουν την εντύπωση κυριωνυμίων. Άρα η Πόβλα ονομάστηκε μετά την αλλαγή δηλαδή, μετά τα μέσα του 8ου αιώνα.
Το οικωνύμιο Κωστάνα (Φιλιάτες) προέρχεται από το σλαβικό kostanь, το κάστανο.
(Vasmer, Slaven, σ. 38, Οικονόμου, Οικωνύμια, σ. 148). Τα οικωνύμια Καστάνιανη στο νομό Ιωαννίνων (Πωγώνι-Κόνιτσα) έχουν το παλαιοσλαβικό α ενώ η Κωστάνιανη ακολουθεί την Κωστάνα. (Τα ω από παρηχητική ετυμολογία προς το Κώστας).

Σλαβόφωνη προσπάθεια γεωγραφικής τοποθέτησης των σλαβικών φύλων στον ελλαδικό χώρο. (Η θέση των "Βαϊουνιτών" δεν είναι σωστή. Προβλήματα υπάρχουν και στην τοποθέτηση των σλ. φύλων στην Πελοπόννησο).

3) Νοτιοσλαβικά τοπωνύμια:
Είναι αυτά που δείχνουν μετάθεση των υγρών τύπου gordŭ >gradŭ, melko>mlěko που απαντά ήδη στην Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική (Old Church Slavonic ~ OCS) που κωδικοποίησαν οι Κύριλλος και Μεθόδιος. Παράδειγμα για την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου το οικωνύμιο Πρέβεζα, «πέρασμα» εκ του prě-voziti «περνάω απέναντι», ESlav Perevoz. Το οικωνύμιο Πάργα έγινε προσπάθεια να ετυμολογηθεί από το λατινικό Barga (αναφέρεται έτσι σε έγγραφο του 1440) "επικλινής όχθη" ή barga "καλύβα".(Συμεωνίδης, Λεξικό τ. 2, σ. 1108). Ο Φ. Μαλιγκούδης όμως υποστηρίζει ότι το αρχικό σλαβικό τοπωνύμιο Parga είναι ο δυικός αριθμός του ουσ. *porgь = όχθη. Η φωνητική μορφή, με την οποία είναι "απολιθωμένη" η σλαβική αυτή ονοματοδοσία προσδιορίζει χρονολογικά την εμφάνισή της πριν από τα μέσα του 9ου αι. πριν δηλαδή επέλθει η μετάθεση των υγρών συμφώνων στα σλαβικά. Αξίζει να αναφερθεί εδώ και η περίπτωση της ονομασίας της πρωτεύουσας της Τσεχίας: Praha (με τη χαρακτηριστική για τα Τσεχικά φωνητική μετατροπή του συμφώνου της Κοινής Σλαβικής g σε h και την μετάθεση των υγρών συμφώνων) που σήμαινε αρχικά "οι δυο όχθες του ποταμού (Vitava)". Ονομασία, η οποία (μετά την εξάλειψη της κατηγορίας του δυικού αριθμού στα Τσεχικά) εντάχθηκε επίσης στη γλωσσική χρήση ως γένους θηλυκού, λόγω της κατάληξης -α[i].
μετάθεση al > la Το οικωνύμιο Λαμπανίτσα, σύμφωνα με τον Χ. Συμεωνίδη, (Συμεωνίδης, Λεξικό, σ. 790) ο οποίος βασίζεται στη θεωρία του Seliščev, προέρχεται από μετάθεση υγρού από το Albanovo = «Αλβανοχώρι», όπως Αλβανία > Labëria , Albanište &gt Labunište και dolboka > dlaboka= «βαθιά»).  Albanovo > Labanovo > Labanitsa.
4) Το φαινόμενο του ιωτακισμού:
Υπάρχουν τοπωνύμια τα οποία λόγω της φωνητικής τους μορφής, μας δείχνουν πρώιμη εγκατάσταση όπως υποστήριξε ο Vasmer[ii] ο οποίος αναφέρει την Λιδίσδα και το Λίμποβον στην περιοχή των Φιλιατών και το Λυβιάχοβον στην Παραμυθιά. Όπως εξηγεί ο Μαλιγκούδης, σ΄ αυτήν την περίοδο "…από πλευράς ιστορικής φωνολογίας της ελληνικής, δεν είχε επικρατήσει απόλυτα ο ιωτακισμός και στην καθομιλουμένη Ελληνική ακουγόταν ακόμα το βραχύ φωνήεν (u). Στις σλαβικές διαλέκτους, παράλληλα, δεν είχε ακόμη εξελιχθεί ο ομόηχος αυτός φθόγγος (u) σε (ju) (όπως στις μετέπειτα νότιες και ανατολικές σλαβικές γλώσσες). Έτσι, οι αρχικά σλαβικές ονοματοδοσίες, αφού καθιερώθηκαν στη γλωσσική χρήση των γηγενών ελληνοφώνων και, μετά την πλήρη επικράτηση του ιωτακισμού στην καθομιλουμένη Ελληνική, πήραν τη σημερινή τους φωνητική μορφή. Με άλλα λόγια: το τοπωνύμιο, για παράδειγμα, Λίμποβο στα Φιλιατρά [στους Φιλιάτες] θα έπρεπε, σύμφωνα με τη φωνητική εξέλιξη στη σλαβική να είχε μετατραπεί σε *Λιούμποβο < σλαβ. *Ljubovo. Επειδή όμως όλα τα παραπάνω τοπωνύμια παρέμειναν, μετά τον αρχικό σχηματισμό τους, προφανώς αποκλειστικά στη γλωσσική χρήση των ελληνόφωνων κατοίκων της περιοχής, απέκτησαν, μετά την πλήρη επικράτηση του ιωτακισμού (και την εξαφάνιση του φθόγγου (u) στη γλωσσική χρήση των ελληνοφώνων), μετά δηλ. τα μέσα του 8ου αιώνα τη σημερινή τους μορφή…"[iii]
Έχοντας υπ' όψιν τα παραπάνω και με τη βοήθεια της χαρτογράφησης του μεγαλύτερου μέρους των οικωνυμίων και των μικρονυμίων της περιοχής που εξετάζουμε, μπορούμε (πέρα από το βασικό συμπέρασμα του χρόνου κατά τον οποίο έγιναν οι ονομασίες των τοπωνυμίων άρα και οι μόνιμες εγκαταστάσεις των σλαβικών πληθυσμών στο χώρο), να προχωρήσουμε σε μια σειρά συμπερασμάτων ή υποθέσεων εργασίας:
1. Η υπαγωγή της περιφέρειας της Βαγενετίας σε άρχοντα, μετά τις σλαβικές επιδρομές πριν ιδρυθούν τα θέματα Νικοπόλεως (η ίδρυση του θέματος της Νικοπόλεως τοποθετείται στον θ΄αι. μεταξύ των ετών 843-899) και Δυρραχίου αποδίδεται στην ανάγκη της κεντρικής διοίκησης να δαμάσει τις σλαβικές ομάδες και να τις θέσει υπό κρατικό έλεγχο μετά από χρόνους εθνολογικών ανατροπών[iv].
 O θεσμός των σλαβικών Αρχοντιών πρωτοεμφανίστηκε τον 8ο αιώνα και ήταν ένα διοικητικό μέτρο των Βυζαντινών, οι οποίοι ελέγχοντας τους, φιλοβυζαντινούς Σλάβους φυλάρχους, τους ενσωμάτωσαν στο σύστημα της αριστοκρατίας με τον τίτλο του "Άρχοντα"[v].

Ο πρώτος γνωστός τέτοιος άρχοντας είναι ο «άρχων Βαγενέτιας» Θεόδωρος[vi].

Αυτό σημαίνει ότι στον ευρύτερο  χώρο της Θεσπρωτίας (η οποία αποτελούσε το μεγαλύτερο τμήμα της Βαγενετίας[vii]) οι Σλάβοι επήλυδες ήταν περισσότεροι τουλάχιστον από το γηγενή πληθυσμό και σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ότι στις γειτονικές περιοχές, ώστε να αναγκαστεί η κεντρική διοίκηση να εφαρμόσει το θεσμό της αρχοντίας, διορίζοντας μάλιστα τον τοπικό φύλαρχο Θεόδωρο (το όνομα σημαίνει ήδη τον εκχριστιανισμό του και ως επακόλουθο τον εκβυζαντινισμό του) ως άρχοντα. Φυσικά το μέσον αυτό (ο προσεταιρισμός των φυλάρχων) χρησιμοποιήθηκε από την βυζαντινή διπλωματία μέχρι να απαγκιστρωθεί ο στρατός από το ανατολικό μέτωπο της αυτοκρατορίας. Όταν αυτό κατέστη δυνατόν, οι Βυζαντινοί επιτέθηκαν εναντίων των Σλάβων εκτοπίζοντας στην Μικρά Ασία τους αιχμαλώτους. Την ίδια στιγμή μετέφεραν χριστιανούς από διάφορα μέρη της επικράτειας, ώστε να μπορέσουν μαζί με το εναπομείναν γηγενές στοιχείο να προσηλυτίσουν τους επήλυδες.

Έχει γίνει πολύς λόγος για το αν θα μπορούσαν οι λίγοι ελληνόφωνοι που είχαν απομείνει, να προσηλυτίσουν τις ορδές των Σλάβων. "…οι βάρβαροι επέδραμαν τη Παλαιά Ηπείρω…και εκβαλόντων μεν τα εγγενή ελληνικά έθνη και κατεφθειράντων κατοικισθέντων δε αυτών…"[viii] Ανεξάρτητα από το πώς έγινε, σημασία έχει ότι τελικά το πολυπληθές αυτό σλαβικό στοιχείο απορροφήθηκε γλωσσικά και πολιτισμικά από το ελληνόγλωσσο[ix]. Σ΄ αυτό συνέβαλε φυσικά ο βυζαντινός κρατικός μηχανισμός, με όποιους τρόπους μπορούσε. Αν στηριχτούμε στη γλωσσολογία θα βρούμε πολλά ιστορικά παραδείγματα αλλαγής της γλώσσας της μεγάλης πλειοψηφίας, από μια μικρή αλλά δυναμική μειοψηφία.  

Στην περιοχή της Θεσπρωτίας τον 10ο αιώνα, όταν πια η βυζαντινή διοίκηση προσπαθούσε να εδραιωθεί, είχε τη βάση του, ο σπανθαροκανδηδάτος Γεώργιος, τουρμάρχης (δηλ. με δύναμη χιλίων ανδρών), στη Σπάταρη (σημερινό Τρικόρυφο). Μάλιστα συνοδεύονταν από ναυτική δύναμη Μαδραϊτών (αραβόφωνων χριστιανών) οι οποίοι ναυλοχούσαν (ίσως) στο λιμάνι της Σαγιάδας[x] η οποία πήρε από αυτούς το αραβικό όνομά της: Σαγιάδα= ψαρότοπος. Ήδη οι επήλυδες είχαν πλέον εκχριστιανιστεί, αφού στην Η΄οικουμενική σύνοδο που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 879 σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο των ταραχών, έλαβε μέρος ο επίσκοπος Βαγενετίας[xi]. Φυσικά, μόλις τελείωσε ο εκχριστιανισμός, η Βαγενετία έπαψε να αναφέρεται ως επισκοπή.

2. Ο Μαλιγκούδης συμπεραίνει ότι η χρήση των τοπωνυμίων αυτών (καθώς και αντίστοιχων τοπωνυμίων στη νότια Αλβανία) έγινε αποκλειστικά από ελληνόφωνους με γλωσσική απουσία της σλαβικής η οποία αφομοιώθηκε από το γηγενές στοιχείο. Ο αλβανόφωνος πληθυσμός που κατέβηκε αργότερα (11ος αιώνας) δανείστηκε τα τοπωνύμια από τον γηγενή ελληνόφωνο πληθυσμό.

Τα συμπεράσματα αυτά είναι κάπως αυθαίρετα διότι εξετάζεται επιλεκτικά μόνο ένας τύπος σλαβικών οικωνυμίων (με τη ρίζα Lib) στην περιοχή σε ένα σύνολο 89 τουλάχιστον οικωνυμίων σλαβικής αρχής, (εδώ δεν συμπεριλαμβάνονται τα εκατοντάδες μικροτοπωνύμια) μόνο στο σημερινό νομό Θεσπρωτίας.

Οι αλβανόγλωσσοι βέβαια, πρέπει να κατοικούσαν στην περιοχή της Βαγενετίας πολύ πριν από τον 11ο αιώνα. Η σιωπή των πηγών δεν είναι απόδειξη ότι δεν υπήρχαν. Ο Μιχάλης Κοκολάκης , θεωρεί υπερβολικά απλουστευτική τη θεωρία του J. Koder[xii] με τον οποίο συμφωνεί και ο Φ. Μαλιγκούδης[xiii] , όπως είδαμε, περί ενός «γρήγορου επανεξελληνισμού» της Ηπείρου και της Νότιας Αλβανίας  και έχει την άποψη σύμφωνα με τα τοπωνύμια ότι υπήρξε μακρόχρονη η διατήρηση των σλαβόφωνων πληθυσμών σε ορισμένες περιοχές, οι οποίοι εξαλβανίστηκαν προτού προλάβουν να υποστούν οποιονδήποτε εξελληνισμό[xiv].

 

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΣΛABIKOY ETYMOY ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΩΝ ΤΗΣ               ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ (ΤΣΑΜΟΥΡΙΑΣ) ΠΡΙΝ ΤΟ 1913
Τα  χωριά μέσα σε παρενθέσεις ( ) είναι σήμερα έρημα.

1.      (Αβαρίκος), Αβαρίτσα, Αράχωβα, Αρβενίτσα, Αρίλλα, Αρπίτσα, Ασκάρι, Βρέστα, Βέλιανη, Βερβίτσα, Βοϊνίκου, Βορτόπια, (Βράστοβο), Βρέστα, Γαρδίκι Σ, Γαρδίκι Φ,  (Γκούμανη), Γκλουμπουτσιάρι, Γλαβίτσα, Γλούστα, Γολά, Γουμενίτσα, Δελβίτσι, Δράγανη, Δραγουμή, Δράμεση, Δρίμιτσα, (Ζαβαλιάτι), (Ζαβρούχο), (Ζαγορά), Ζελεσσό, (Ζέρη), Ζοβόρι, Καμίτσιανη, Κάργιανη, Καΐτσα, Κεραμίτσα, Κοκκινίστα, Κορίτιανη, Κορύστιανη, Κότσικα, Κουκουλιοί, Κουσοβίτσα, Κούτσι, Κωστάνα, Λαμπανίτσα, Λαμποβίστρα, (Λάμποβο), Λίστα, (Λιντίζντα), Λίμποβο, Λέδεζα, Μαλέσοβο, Μενίνα, Μουτσάλα, Μπολιάνα, Μπροβάρι,  (Μπογάνος), (Μπογδάνος), (Μποντίζντα), Μπράνια, Νίστα, Ντόλιανη, (Ντόμπρα),  (Ουζντίνα), Πάργα, Πλεσίβιτσα, Πέστιανη, Πετροβίτσα, Πόβλα, Πόποβο, Πρέσπα, Ράι, Ραδοστίβα, Ρύζιανη, Σαλίστα, Σαμονίδ(β)α, Σέλιανη, Σκλιάβη, Σκουπίτσα,  Σ, Σκουπίτσα, Φ, Σελιό, Σενίτσα, Σμ(π)όκια, Σμοκοβίνα, (Σολοπιά), Στάνοβο, Χλωμό.

Ο κατάλογος των σλαβόθετων οικωνυμίων δεν είναι πλήρης. Ορισμένα οικωνύμια, μπορεί να είναι αλβανόθετα, αλλά σλαβικής αρχής.
Τέλος δεν χρειάζεται νομίζω να επισημάνουμε, ότι η προέλευση των τοπωνυμίων δεν έχει σχέση με την εθνολογική σύσταση των κατοίκων της περιοχής!

Βασικά βοηθήματα:
1. Φαίδων Μαλιγκούδης, Σλάβοι στη μεσαιωνική Ελλάδα, Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 2013, 2η εκδοση.
2. Κ. Οικονόμου, Τα οικωνύμια του νομού Ιωαννίνων Β΄ έκδοση, εκδόσεις Εφύρα, Ιωάννινα 2006.   
3. Κώστας Ευ. Οικονόμου, Σλαβικα Λεξιλογικά δάνεια στα ελληνικά ιδιώματα της Ηπείρου, εκδόσεις Ε.Η.Μ/ Ιωάννινα 2010.
4. Χαράλαμπος Συμεωνίδης, Ετυμολογικό Λεξικό των Νεοελληνικών Οικωνυμίων, Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, Λευκωσία Θεσσαλονίκη 2010.
5. Max Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Nachdruck, Leipzig 1970.
6. P. SOUSTAL,J. KODER, TIB 3. Nikopolis und Kephalenia. Wien 1981.
7. https://smerdaleos.wordpress.com


[i] Μαλιγκούδης, Σλάβοι, ο.π. σ. 113.
[ii] Max Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Nachdruck, Leipzig 1970. σ. 241-242.
[iii] Μαλιγκούδης, Σλάβοι, σ. 111.
[iv] ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΒΡΑΝΟΥΣΗΣ «Βαγενετία ή Βαγενιτία» ΜΕΕ (Συμπλήρωμα) Ι,888, P. SOUSTAL, J. KODER, TIB 3. Nikopolis und Kephalenia. Wien 1981  και ΔΙΟΝ. Α. ΖΑΚΥΘΗΝΟΥ Ζακυθηνός, Διον. Α. (1941-1955) «Μελέται περί της διοικητικής διαιρέσεως και της επαρχιακής διοικήσεως εν τω Βυζαντινώ κράτει», Ε.Ε.Β.Σ. τ.21(1951), σ.179-209 σ.205).
[v] Helene Ahrweiler and Angeliki E Laiou, Studies on the Internal Diaspora of the Byzantine Empire, Harvard, 1998 σσ. 7-8.)
[vi] Florin Curta, Southeastern Europe in the Middle Ages, 500-1250.
[vii] Η συντριπτική πλειοψηφία των ερευνητών, θεωρεί ότι το όνομα της Βαγενετίας προέρχεται από τους Βαϊουνίτες Σλάβους. Οι Βαϊουνίτες αναφέρονται (μία και μοναδική φορά) ως ένα από τα φύλα που πολιόρκησαν τη Θεσσαλονίκη τον ζ΄ αιώνα (615)  στα "Θαύματα του Αγίου Δημητρίου", ένα χρονικό του 7ου αιώνα, μοναδικό για εκείνη την περίοδο (P. Lemerle, Les plus anciens recueils de miracles de Saint Dèmètrius Παρίσι 1979). Αυτή όμως η ερμηνεία αμφισβητείται από τον Μιχαήλ Λάσκαρη (Μ.LASCARIS, Vagenitia: Revue historique du Sud – est européen 19/2   (1942) σ.436-7)  και τον Φαίδωνα Μαλιγκούδη (Σλάβοι, ο.π.).
[viii] Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας Αρέθας, Dujčev, Monemvasia, στ. 104-107.
[ix] Εννοείται φυσικά ότι και στην ελληνική γλώσσα έχουμε σλαβικές επιδράσεις, όπως και στον πολιτισμό.

[x]  Catalogue of Byzantine Seals at Dumbarton Oaks and in the Fogg Museum of Art, Volume 2, South of the Balkans, the Islands, South of Asia Minor, 1994, Dumbarton Oaks Trustees for Harvard University Washington, D.C. σ. 9.

[xi] P. SOUSTAL,J. KODER, TIB 3. Nikopolis und Kephalenia. Wien 1981 (λήμμα Bagenetia).
[xii] J. Koder, Προβλήματα της Σλαβικής εποίκισης και τοπωνυμίας στη Μεσαιωνική Ήπειρο, Ηπειρωτικά Χρονικά, τ. 24, σ. 9-35.
[xiii] Μαλιγκούδης, Σλάβοι, σ.111.
[xiv] Μ. Κοκολάκης, Το ύστερο Γιαννιώτικο Πασαλίκι, Κ.Ν.Ε./Ε.Ι.Ε. Αθήνα 2003 σ. 47-48 υποσ. 47.



[i] https://en.wiktionary.org/wiki/Reconstruction:Proto-Slavic/orьlъ



[i] "…τα τοπωνύμια μιας περιοχής μπορούν να αξιοποιηθούν για να διαφωτίσουν μερικές πλευρές της ιστορίας της εποίκησης…" J. KODER Προβλήματα της Σλαβικής εποίκισης και τοπωνυμίας στη Μεσαιωνική Ήπειρο, Ηπειρωτικά Χρονικά, τ. 24, σ. 9.
[ii] Επειδή οι νεήλυδες Σλάβοι γρήγορα υιοθέτησαν τον υλικό πολιτισμό των γηγενών, αυτό τους έκανε αρχαιολογικά αόρατους. Εκτός από ένα αποδεδειγμένα σλαβικό νεκροταφείο στην Ολυμπία, υπάρχει μια μεγάλη έλλειψη αρχαιολογικών δεδομένων που συναγωνίζεται τις φτωχές πηγές. (βλ. Μαλιγκούδης, Σλάβοι, ο.π.)
[iii] Ευάγγελος Χρυσός, Μέση Βυζαντινή περίοδος, στο συλλ. ΗΠΕΙΡΟΣ, 4000 χρόνια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1997,σ. 184.
[iv] Paul Magdalino, Τα χαρτουλαράτα της Β. Ελλάδας το 1204,στο συλλ. ΗΠΕΙΡΟΣ, σ.32.
[v] J. KODER Προβλήματα, ο.π. σ.9.
[vi]  Φαίδων Μαλιγκούδης, Σλάβοι στη Μεσαιωνική Ελλάδα, Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 2013, σ. 191-2, με προσθήκες.
[vii] (https://smerdaleos.wordpress.com).
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: