"Τ'Κρέμασε τον άντρα μου, γιατί εγώ αντραλίζομαι! "

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Ο ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΚΩΔΙΚΑΣ


Ο ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

                                                 Ακόμα κι αν δεν υπήρξε ποτέ
                                                Δεν έπρεπε κάποτε να κατασκευαστεί;  

Τί κοινό μπορεί να έχει ένας επίδοξος αρχιεπίσκοπος Αιθιοπίας κι ένας Γερμανός καθηγητής πανεπιστημίου, μ’ έναν ξεχασμένο αρχαίο κώδικα στο μοναστήρι του Σινά;
Θα μπορούσε να είναι μια αμερικάνικη ιστορία, σαν αυτές του Ιντιάνα Τζόουνς.
Αν προχωρήσουμε σε λεπτομέρειες, θα δούμε να θυμίζουν περισσότερο οι περιπέτειες και η πλοκή της ιστορίας σενάριο του Χόλιγουντ.
Ένας μυστηριώδης πλαστογράφος που αναστάτωσε τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και μια σειρά από…απατηθέντες απατεώνες! Ο Γερμανός καθηγητής μάλιστα, ταιριάζει αρκετά με τον …Ιντιάνα Τζόουνς: Δεν διστάζει (για χάρη την επιστήμης) να κλέψει, προκειμένου ν’ αποχτήσει τα πολύτιμα αρχαιολογικά ευρήματα! Την ίδια ώρα κατηγορεί τον πλαστογράφο, αλλά κατηγορείται από αυτόν ότι ο θησαυρός του ήταν…άνθρακες!
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:
Ο «Σιναΐτικος κώδικας» θεωρείται ο αρχαιότερος από τους χιλιάδες που έχουν γραφτεί με τα βιβλία της Καινής Διαθήκης (κι ένα μέρος από την παλιά) γι αυτό και τον συμβολίζουν με το εβραϊκό άλεφ, το άλφα. 
Η περγαμηνή από δέρμα γαζέλας είναι γραμμένη στα ελληνικά με κεφαλαιογράμματη γραφή, χωρίς κενά και στίξεις. Γράφτηκε στα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ. και στην αρχή είχε πάνω από 1460 σελίδες. (Αν σκεφτούμε ότι για δυο σελίδες της περγαμηνής, χρειάζονταν το δέρμα μιας γαζέλας, τότε καταλαβαίνουμε τι μακελειό χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί ο κώδικας!). Ίσως γράφτηκε στην Αλεξάνδρεια αλλά μπορεί και στην Κωνσταντινούπολη.
Ο κώδικας αυτός σώζονταν στη βιβλιοθήκη της μονής της αγίας Αικατερίνης στους πρόποδες του όρους Σινά. Σήμερα στο μοναστήρι αυτό απόμειναν μόνο δεκαοχτώ φύλλα πλήρη ή σε σπαράγματα. Το μεγαλύτερο τμήμα του κώδικα βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο, 43 φύλλα στην Λειψία και μικρότερα σπαράγματα στην Πετρούπολη.
Πως έκανε φτερά ο κώδικας από το μοναστήρι που το φύλαγε χίλια πεντακόσια χρόνια και σκορπίστηκε στα πέρατα της οικουμένης;
Το μοναστήρι, επισκέφτηκε στα 1844 ένας Γερμανός κυνηγός χειρογράφων, ο Κόνσταντιν φον Τίσεντορφ. 

Πίστευε ότι «ήταν πιθανό σε κάποια εσοχή των ελληνικών των κοπτικών, των συριακών ή των αρμένικων μοναστηριών, θα μπορούσαν να υπάρχουν κάποια πολύτιμα χειρόγραφα που κοιμούνται για πολύ καιρό στη σκόνη και το σκοτάδι». Ισχυρίστηκε ακόμα ότι ο ίδιος ο Κύριος τον έστειλε εκεί: «Αυτό που δεν με άφηνε σε ησυχία στην πατρίδα, ήταν η φωνή του Κυρίου». Ο άνθρωπος αυτός πίστευε ότι ο θεός τον προόριζε για μια σπουδαία αποστολή: «Είμαι ευλογημένος! Η Ιερουσαλήμ θα φωτίσει στο μέλλον τις μέρες μου με μια ένδοξη λάμψη».
Ένας επικίνδυνος θρησκόληπτος προτεστάντης, που αηδιάζει στη θέα των μοναχών που τον φιλοξενούν. Ο πονηρός Γερμανός υποκρίνεται τον πιστό ερευνητή και δεν αργεί να ξεχωρίσει το θύμα του, μέσα στο θησαυρό των χειρογράφων της μονής. Ο Κύριλλος, ο γέρο- Έλληνας βιβλιοθηκάριος και σημαντικό μέλος της κοινότητας των μοναχών, τον ξενάγησε στα άδυτα, πιστεύοντας αφελώς ότι έχει να κάνει με έναν ακόμα απλό επισκέπτη της μονής. Είχε βάλει το λύκο μέσα στο κοπάδι!
Του παρουσίασε μόνο ένα τμήμα από τον κώδικα. Του…χάρισε μάλιστα (σύμφωνα με την περιγραφή του Γερμανού) σαραντατρία φύλλα και κράτησε τα υπόλοιπα ογδόντα έξι. Ούτως ή άλλως, περιγράφει ο Τίσεντορφ, ο κώδικας δεν βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη, αλλά σε ένα πανέρι με …παλιόχαρτα. Οι μοναχοί με αυτά άναβαν τον …φούρνο.[1] Τώρα, πως γίνεται χίλια πεντακόσια χρόνια το… προσάναμμα (από δέρμα!) να μην τελειώνει, αυτό θα μπορούσε να μας το εξηγήσει μόνο η θρησκευτική διαστροφή του φανατικού προτεστάντη!
Ο ερευνητής-καθηγητής, φεύγει από το Σινά, με τα κλεμμένα προφανώς φύλλα, ξέροντας ότι έχει βρει το «Άγιο δισκοπότηρο»! Στη Ληψία δημοσιεύει ένα αντίγραφο και το αφιερώνει στον Σάξωνα βασιλιά. Δεν αποκαλύπτει όμως την πηγή του. Τα φύλλα «βρέθηκαν» απλά «σ’ ένα μοναστήρι της Ανατολής»![2]
Το μυαλό του βρίσκεται συνεχώς στο αντικείμενο του πόθου του. Οργανώνει δεύτερο ταξίδι και στις αρχές του 1853 βρίσκεται και πάλι στο Σινά. Αυτή τη φορά, ο Κύριλλος, αν και τυφλός, έχει πάρει το μάθημά του. Κρατά σφαλιστό το στόμα του, όπως και τα μάτια του!
Τον κώδικα τον κατάπιαν τα άδυτα του μοναστηριού.
Ο πεισματάρης Γερμανός δεν πτοείται. Ξέρει ότι η λάμψη του χρυσού είναι πιο δυνατή από τη λάμψη της…φλεγομένης βάτου!
Ο Κύριλλος όμως, δεν βλέπει ούτε τον Τίσεντορφ ούτε τη λάμψη των χρημάτων του.
Ο Γερμανός θα πρέπει να περιμένει μέχρι να πεθάνει ο πεισματάρης γέροντας!
Το 1859 ξαναγυρίζει στο Σινά. Μια αδίσταχτη ύαινα πάνω από το πτώμα του κώδικα!
Η μυρουδιά του χυμένου αίματος τόσων σφαγμένων ζώων, φαίνεται ότι τρελαίνει τον θρησκόληπτο απατεώνα!
Ο Κύριλλος ζει ακόμα! Ολόκληρη εβδομάδα έμεινε στο μοναστήρι ο κυνηγός. Τίποτε!
Θεοί και δαίμονες κονταροχτυπήθηκαν μέσα και έξω από τα τείχη του αρχαίου μοναστηριού. Ο ίδιος ο Τσάρος Αλέξανδρος ο Β΄ βιάζονταν να πάρει στα χέρια του το παλιότερο πλήρες γραπτό της ορθοδοξίας! Η Ρωσική διπλωματία οργίαζε! Ήθελε το χειρόγραφο ως τρόπαιο για τα χίλια χρόνια της Αγίας Ρωσίας!
Ο Τίσεντορφ φτάνει στα όριά του. Είναι τόσο κοντά στην πραγμάτωση του σχεδίου του κι ο Κύριλλος θέλει να πάρει το μυστικό στον τάφο του! Για δεύτερη φορά φτάνει στην πηγή, χωρίς να πιεί νερό. Πριν από χρόνια στη Ρώμη, ο πάπας Γρηγόριος ο ΙΣΤ΄ τον άφησε μόνο με τη γεύση του αίματος στα χείλη. Ενώ του επέτρεψε να δει τον κώδικα του Βατικανού (τον παλιότερο μέχρι τότε) δεν του επέτρεψε να τον μελετήσει!
Τελικά, ένας νεαρός μοναχός, ο οικονόμος της μονής, προδίνει το δάσκαλό του. Αυτός φαίνεται, μπορούσε να δει καλύτερα με τα νεανικά του μάτια το φως του Χριστού χρυσού!
Τυλιγμένα μέσα σε πορφυρό ύφασμα, φέρνει στα χέρια του Γερμανού τριακόσια σαράντα εφτά φύλλα περγαμηνής! Ολόκληρη η Καινή Διαθήκη βρίσκεται επιτέλους στα χέρια του κυνηγού.[3]
Ο ίδιος ο Μωυσής, δεν θα πρέπει να χάρηκε περισσότερο όταν παρέλαβε τις δέκα εντολές, λίγο πιο ψηλά στο θεοβάδιστον όρος!
«Το ταξίδι μου, θα μείνει αξέχαστο στα χρονικά της χριστιανικής βιβλιογραφίας» γράφει.
Στο όνομα του τσάρου, δανείζεται «για μελέτη και έκδοση» τον κώδικα, με την ρητή έγγραφη διαβεβαίωση ότι θα τον…επιστρέψει.
Οι μοναχοί (οι οποίοι ακόμα κρατάνε το έγγραφο του Τίσεντορφ στο οποίο αναφέρεται σαφώς ότι παραλαμβάνει το χειρόγραφο «λόγω δανείου» και υπόσχεται «αποδούναι σώον και αβλαβές» στην Μονή, «εις πρώτην αυτής αναζήτησιν») πέφτουν στην παγίδα.
Το ιερό κειμήλιο, ταξιδεύει τελικά από την Αγία Αικατερίνη στην Αγία…Πετρούπολη!
Ο Γερμανός βρίσκεται στον κολοφώνα της δόξης του! Εργάζεται πυρετωδώς και εκδίδει σε ένα τετράτομο έργο τον Σιναΐτικο Κώδικα. Το αρχαίο ελληνικό χειρόγραφο φωτογραφήθηκε, αλλά η τέχνη αυτή δεν ήταν ακόμα ικανή να αποδώσει με ακρίβεια τη μαγεία του αυθεντικού. Κατασκευάστηκαν ειδικές μήτρες και δόθηκε απίστευτη σημασία στη λεπτομέρεια. Τον Οκτώβρη του 1862, τριακόσιες υπερπολυτελείς σειρές, δωρίστηκαν από τον Τσάρο στις βιβλιοθήκες της χριστιανοσύνης. Θρίαμβος!

Οι μοναχοί έχοντας στα χέρια τους τη βεβαίωση του επιφανούς θεολόγου, πίστευαν ότι ο κώδικας θα γυρνούσε στο Σινά. Τον Αύγουστο του 1866 καθαιρούν τον αρχιεπίσκοπο πια Κύριλλο, κατηγορώντας τον μεταξύ άλλον ότι ήταν υπεύθυνος της υπεξαίρεσης του κώδικα «από τον Γερμανό». Οι Ρώσοι κατάσχουν όλα τα εισοδήματα της μονής Σινά από τα κτήματά της στο έδαφός τους, σε μια προσπάθεια να πείσουν τους αδιάλλακτους μοναχούς.
 Ο κόμης N. Ιγκνάτιεφ (N. Ignatiev) πρόξενος του τσάρου στο σουλτάνο, είναι αποκαλυπτικός στις επιστολές του. Προσπαθεί να τους δώσει φτηνά μετάλλια ή ελάχιστα ρούβλια.[4]
Αντί γι αυτό, ύστερα από ατελείωτες διαπραγματεύσεις, και κάτω από τους στυγνούς εκβιασμούς του Ιγκνάτιεφ [5], έλαβαν 9.000 ρούβλια, δώρο του τσάρου.
Ο πολύτιμος κώδικας έμεινε στον παγωμένο βορρά, μακριά από την καυτή έρημο που τον κράτησε ζωντανό τόσα χρόνια!
Ο σεβαστός καθηγητής, ο Κόνσταντιν φον Τίσεντορφ, δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να απολογηθεί για την απάτη. Απολάμβανε τους καρπούς της δόξας του, χωρίς αντίπαλο!

Χωρίς;

Την τιμή της Ορθοδοξίας, αυτή που οι μοναχοί δεν κατάφεραν να κρατήσουν, ανέλαβε να την σώσει, ένας…απατεώνας!
Στις 3 Σεπτέμβρη του 1862, πριν ο «Σιναΐτικος κώδικας» του Τίσεντορφ προλάβει να κυκλοφορήσει, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Gardian του Λονδίνουμιά επιστολή ενός Έλληνα. Την υπέγραφε ο C. Simonides!

Ποιός ήταν αυτός ο μυστηριώδης συντάκτης; Γιατί αμφισβητούσε τη γνησιότητα του κώδικα που με τόση προσπάθεια είχε κλαπεί από το Σινά, και υποστήριζε μάλιστα ότι ήταν ο …δημιουργός του;
Εδώ θα χρειαστεί να πάρουμε τα πράγματα, γι άλλη μια φορά από την αρχή:
Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης ήταν ο πιο παράξενος πλαστογράφος αρχαίων κειμένων που γνώρισε η ανθρωπότητα. Τον χαρακτήρισαν προβοκάτορα, αδίστακτο τυχοδιώκτη, και μυθομανή. Πρόγονος του Χ.Λ.Μπόρχες, ζούσε στο μεταίχμιο ανάμεσα στο πραγματικό και την φαντασία, με τη δεύτερη να καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της προσωπικής του γεωγραφίας. Έγραψε μερικά από τα πιο παράξενα βιβλία και κατάφερε το φάντασμά του να πλανάται ακόμα πάνω από τις βιβλιοθήκες και τα μουσεία του κόσμου! Γεννήθηκε σε μιαν άκρη του Αιγαίου, στη Σύμη, λίγο πριν ξεσπάσει η ελληνική επανάσταση. Έχουν γραφτεί πολλά για τη σχέση με τον αυταρχικό πατέρα του, αλλά αυτός που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή του, ήταν ένας μοναχός, ο Βενέδικτος, ο οποίος τον οδήγησε νωρίς στα μοναστήρια του Άθω. Εκεί, ο ταλαντούχος νεαρός, θα βρεθεί ανάμεσα σε περγαμηνές και παπύρους που θα επηρεάσουν βαθιά ολόκληρη την πολυτάραχη ζωή του.

Σ΄αυτή την κιβωτό της ορθοδοξίας αλλά και της ιστορίας, θα εντρυφήσει σε γνώσεις άγνωστες στη διψασμένη για την αρχαιότητα Ευρώπη.
Οι μοναχοί, διέκριναν το απίστευτο ταλέντο του στην καλλιγραφία και την παλαιογραφία και του έμαθαν τα μυστικά των παλίμψηστων.
Πέρασε χρόνια ολόκληρα τρίβοντας τις αρχαίες γραφές με ελαφρόπετρα. Κατασκεύασε μελάνη σε καθαρά οργανική βάση και ξανάγραψε με κονδυλοφόρους κατασκευασμένους από κόκκαλο, τα πιστεύω της ορθοδοξίας.
Εκεί μυήθηκε στην «πλαστογραφία». 
Στην ουσία, με βάση την καθαρή λογική, η συνήθεια αυτή των χιλιετηρίδων, ήταν μια καθαρή απάτη. Στην περγαμηνή που ήταν γραμμένη η σκέψη του Αριστοτέλη, με το ίδιο σώμα, την ίδια μελάνη και την ίδια μεγαλογράμματη γραφή, ξεφύτρωνε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος με τις διδαχές του.
Ο αναγνώστης, δεν μπορούσε να διακρίνει τα ίχνη της παλιάς γραφής πίσω από τη νέα. Η τέχνη της «πλαστογραφίας» πέρναγε από γενιά σε γενιά, μέσα στα προστατευμένα τείχη των βυζαντινών μοναστηριών, χωρίς κανείς από τους χιλιάδες αντιγραφείς να σκεφτεί ότι διέπραττε κάποιο αδίκημα. Αντίθετα, ήταν βαθιά πεπεισμένοι ότι πρόσφεραν έργο. Στην εκκλησία και την ορθοδοξία.
Ήταν σαν τους ηθοποιούς στην αρχαία Αθήνα, όταν πρωτοεμφανίστηκε το θέατρο.

 Οι πρώτοι θεατές θα πρέπει να ένοιωσαν μια γροθιά στο στομάχι, όταν είδαν κάποιους να υποκρίνονται ότι…ήταν άλλοι! Οι γενιές όμως που ακολούθησαν, συνήθισαν στην πρακτική. Κανείς θεατής δεν παραξενεύονταν όταν κάποιος ηθοποιός υποδύονταν τον…Ηρακλή.
Έτσι κι ο νεαρός Σιμωνίδης, μεγάλωσε πιστεύοντας ότι δεν εξαπατά κανέναν, όταν αλλοίωνε τις αρχαίες περγαμηνές και τους παπύρους, όταν άλλαζε τα κείμενα, όταν πρόσθετε παραγράφους σε χιλιοχρονίτικες σκέψεις (μια συνηθισμένη πρακτική στα μοναστήρια). Το παλιό με το καινούριο έγιναν ένα στο μυαλό του κι ο χωρόχρονος άρχισε να καμπυλώνει επικίνδυνα! Ένας ψυχολόγος, θα μπορούσε να εξηγήσει αρκετές από τις απάτες που διέπραξε αργότερα, με βάση τη θητεία του στον Άθω. Εκεί όπου, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, βρήκε έναν ολόκληρο θησαυρό από χειρόγραφα σε μια κρύπτη της μονής Παντελεήμονα. Εκεί έγραψε, ύστερα από εντολή του Βενέδικτου του πνευματικού του πατέρα, τον περίφημο κώδικα, τον οποίο μετά από μερικά χρόνια, «ανακάλυψε» ο Τίσεντορφ στο Σινά, όπου μετά από πολλές περιπέτειες είχε καταλήξει το χειρόγραφο.
Άνθρακες λοιπόν ο θησαυρός;
Η επιστολή αναδημοσιεύτηκε και σε άλλες εφημερίδες και οι Βρετανοί, που ούτως ή άλλως δεν συμπαθούσαν τους Γερμανούς και τις επιτυχίες τους, έδειξαν ότι πίστευαν τον Έλληνα.
Δεν τους απασχολούσαν και πολύ τα θεολογικά ζητήματα που προέκυπταν από την ανακάλυψη του κώδικα κι ούτε θα ασχολούνταν μαζί του, αν δεν τον αμφισβητούσε ο Σιμωνίδης! Στο τέλος, σύμφωνα με την προσφιλή συνήθεια της Γηραιάς Αλβιώνος, άρχισαν τα στοιχήματα για το ποιος είναι ο αληθινός συντάχτης!
Ο Τίσεντορφ στη Γερμανία, ένοιωσε σαν να του παίρνουν τη μπουκιά από το στόμα!
Είναι αμφίβολο αν ο μεθοδικός προτεστάντης με την βαθιά επιστημονική κατάρτιση (αλλά τη ρηχή ηθική) αμφέβαλε για την πατρότητα του εγγράφου. Η περγαμηνή ήταν αυθεντική και δεν είχε γραφτεί τίποτε πάνω της πριν από το θρησκευτικό κείμενο (εκτός βέβαια από τις συνηθισμένες «αλλαγές» που πρόσθεταν οι αντιγραφείς στη διάρκεια των αιώνων).
Η γλώσσα και η γραφή ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία αρχαίες. Ο Τίσεντορφ είχε αναλώσει τη ζωή του στη μελέτη των πρωτοχριστιανικών κειμένων.

Η μέθοδος όμως του Έλληνα ήταν αλάνθαστη. Πλήθος τεκμηριωμένων πληροφοριών, κι επιμονή στη λεπτομέρεια. Όλα αυτά εκνεύριζαν τον επιφανή θεολόγο. Είχε απέναντί του έναν εχθρό που γνώριζε εξίσου καλά τα αρχαία χειρόγραφα. Άλλωστε, όσο κι αν έδειχνε ο Τίσεντορφ ότι δεν τον απασχολούσε ο τρόπος με τον οποίο απέκτησε το χειρόγραφο, στο βάθος ήξερε ότι ήταν ένοχος. Ένας απατεώνας που έπρεπε να απαντήσει σ’ έναν άλλο απατεώνα, που έπαιζε όμως, πολύ καλύτερα απ’ αυτόν το παιχνίδι!
Η επιστολή που έστειλε, δεν έπεισε τους αναγνώστες. To Clerical journal γράφει ότι είναι ύποπτο που ο Γερμανός καθηγητής δεν απαντά γρήγορα και σταράτα.
Νέες επιστολές του Σιμωνίδη, απαντήσεις του Τίσεντορφ φίλοι κι εχθροί μαζί, ένα κουβάρι! Η επιστολομαχία κράτησε ενάμιση χρόνο!
Ο πονηρός Έλληνας, κατάφερε να κλονίσει την πίστη του κοινού στον μεγάλο θεολόγο ερευνητή. Χρόνια αργότερα, ο Γκαίμπελς  θα συμφωνούσε με τη μέθοδο του Σιμωνίδη: «Πες πες στο τέλος κάτι θα μείνει!»

Ο Τίσεντορφ μίλησε για το παρελθόν του πλαστογράφου. Θύμισε στους αναγνώστες την μεγαλειώδη απάτη με τα χειρόγραφα του Ουράνιου. Ο Σιμωνίδης πριν από χρόνια στη Λειψία, κατάφερε να εξαπατήσει τον κορυφαίο φιλόλογο Καρλ Ντίντορφ και να του πουλήσει ένα πλαστό παλίμψηστο εβδομήντα φύλλων, του Ουράνιου, με την ιστορία των αιγυπτίων βασιλέων! Ο Ντίντορφ, μαγεμένος από τις εκπληκτικές ικανότητες του απίθανου Έλληνα, προχώρησε στην έκδοση του κώδικα.


Η μεγαλειώδης απάτη, αποκαλύφτηκε από τον φίλο και συμμαθητή του Σιμωνίδη τον Αλέξανδρο Λυκούργο. Έμεναν μαζί στο ίδιο δωμάτιο και τον είχε δει που ώρες ολόκληρες πειραματίζονταν πάνω στα χαρτιά του με τη γραφή του  «κώδικα». 



Αυτός όμως που τεκμηρίωσε την πλαστότητα, δεν ήταν άλλος από τον επιφανή θεολόγο Κόνσταντιν φον Τίσεντορφ!
Από κει ξεκινάει η διαμάχη για τον Σιναΐτικο κώδικα. Ο θεολόγος ανακατεύτηκε στα χωράφια του Σιμωνίδη. Ο Έλληνας φυλακίστηκε με την κατηγορία της απάτης. Τον κατηγόρησαν όμως για δυό πράγματα ταυτόχρονα. Και για το ότι ο κώδικας ήταν πλαστός και ότι τον είχε κλέψει από τη βιβλιοθήκη του…σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη[6].
(Αξίζει να αναφέρουμε εδώ τη φράση του Σιμωνίδη: «Ο σουλτάνος ούτε βιβλιοθήκη έχει, ούτε την παραμικρή ιδέα για το τι είναι βιβλιοθήκη!»)
Κατάφερε εύκολα να μπλέξει το νομικό σύστημα των Γερμανών οι οποίοι προτίμησαν να τον απελάσουν. Έτσι, πέρασε μαζί με τις περγαμηνές και τους παπύρους του στην Αγγλία συνεχίζοντας το «έργο» του.

Όμως τον Τίσεντορφ δεν τον ξέχασε ποτέ. Γι αυτόν, η εκδίκηση ήταν ένα πιάτο που θα το έτρωγε κρύο. Περίμενε υπομονετικά και χτύπησε όταν ήρθε η ώρα. Ο Τίσεντορφ πέρασε από την επίθεση στην άμυνα. Αναγκάστηκε να εκδώσει ένα φυλλάδιο με την άποψή του: (Οι ενστάσεις για τη βίβλο του Σινά). Επιτέθηκε εναντίον των αγγλικών εντύπων που υποδαύλιζαν το θέμα υποστηρίζοντας ότι για την συμπάθεια του κοινού προς τον Σιμωνίδη, ευθύνεται το…θέατρο. Όχι το αρχαίο, αλλά το μεταγενέστερο του Σαίξπηρ με τη φιγούρα του τρελού. Κανείς δεν ρώτησε τον σοβαρό καθηγητή γιατί ασχολείται τόσο πολύ μ’ έναν κοινό τρελό. Ίσως γιατί ο «σκελετός που έκρυβε στην ντουλάπα» δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Ο Σιμωνίδης είχε γίνει η σκιά του, ο εφιάλτης στις νύχτες του. Όταν το θέμα κόντευε να καταλαγιάσει, στο παιχνίδι μπήκε ένας μυστηριώδης ρασοφόρος, ο Καλλίνικος από την Αίγυπτο. Γράφει σε επιστολή που έστειλε στις εφημερίδες ότι το 1840, είδε στον Άθω με τα ίδια του τα μάτια τον Σιμωνίδη να δουλεύει τον Σιναΐτικο κώδικα!

Κατηγορεί τον Τίσεντορφ ότι στο Σινά έκοψε και έκλεψε τα πρώτα φύλλα του έργου κι αργότερα με απάτη απέκτησε και τα υπόλοιπα. «Ο κρυμμένος σκελετός» του σεβαστού καθηγητή βγαίνει στη φόρα. Όλοι μυρίζουν τη δυσωδία της σαπίλας, πίσω από την ακαδημαϊκή έρευνα για την «αλήθεια». Οι Βρετανοί πιστεύουν τον Καλλίνικο. Ερευνούν τις επιστολές. Όντως ταχυδρομήθηκαν από την Αίγυπτο. Τόσο όμως πωρώθηκαν από το θέμα, (ήταν και τα στοιχήματα στη μέση) ώστε έστειλαν επί τόπου έναν…ντετέκτιβ για να βρει τον Καλλίνικο. Δεν υπάρχει τέτοιος μοναχός. Άλλη μια επινόηση του πλαστογράφου με τα χίλια πρόσωπα!
(Γράμμα του "ιερομόναχου Καλλίνικου" προς τον Σιμωνίδη)


Ο Σιμωνίδης εξαφανίζεται, αλλά αφήνει πίσω στην Αγγλία ένα …άλλο του πρόσωπο. Τον «βιογράφο» του Charles Stiwart. Ο οποίος του έγραψε την εγκωμιαστική βιβλιογραφία και μετά…δέχτηκε δια του τύπου, την κριτική του Σιμωνίδη για τα…λάθη του! Ένας ατέλειωτος λαβύρινθος, όπου στη μέση του, κοιμόνταν ο Μινώταυρος της πλαστογραφίας και ονειρεύονταν τη δημιουργία και άλλων φανταστικών ανθρώπων.
Το λάθος του Σιμωνίδη, ήταν ότι δεν δημιούργησε ποτέ του ομάδα για να τον υποστηρίξει στα δύσκολα. Δρούσε σαν μοναχικός λύκος, αλλά ήταν ικανός να τα βάλει με ένα ολόκληρο κοπάδι σκύλων «φυλάκων» του ορθού ακαδημαϊκού συστήματος, στο οποίο συστηματικά έκανε τα γιουρούσια του.
Ο μεγάλος ανατροπέας, αφού πλαστογράφησε τον ίδιο του τον εαυτό, στο τέλος πλαστογράφησε και τον…θάνατό του.
Στα 1867, κάποιος Δημήτριος Ροδοκανάκης, ανακοινώνει από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το θάνατο του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη από λέπρα. (Ο σκηνοθέτης ήθελε να είναι σίγουρος ότι κανένας δεν θα τολμούσε να ερευνήσει το πτώμα). Όλοι τον ξέχασαν, ακόμα κι ο παθιασμένος του αντίπαλος ο Τίσεντορφ. Δεν άργησε κι αυτός (1874) να τον ακολουθήσει (κανονικά) στον τάφο, από εγκεφαλικό επεισόδιο. Άφησε πίσω του κενή τη θέση τη; Βιβλικής Παλαιογραφίας και τη γυναίκα του χήρα με οχτώ παιδιά. Η τελευταία, πούλησε τη βιβλιοθήκη του στη Γλασκώβη για να τα ζήσει.
Αυτός ήταν ο δεύτερος θάνατος του καθηγητή!
Έμαθε ο «νεκρός» Σιμωνίδης το θάνατο του ορκισμένου εχθρού του; Αν πιστέψουμε τους Times του Λονδίνου, πέθανε, για δεύτερη φορά, το 1890 εβδομήντα χρονών, σε μια μικρή πόλη της Αλβανίας.
Ο βιογράφος του (κανονικός αυτή τη φορά) ο Γερμανός δημοσιογράφος Rüdiger Schaper, υποθέτει ότι πέθανε σε μοναστήρι. Ίσως στα Μετέωρα. Πολύ βολικό για το γερμανικό κοινό: Άθως- Σινά- Μετέωρα. Μια ζωή σαν καρτ ποστάλ.
Αν ο Σιμωνίδης κατέφυγε μέσω Αλεξάνδρειας στην Αλβανία (της εποχής) στην οποία περιλαμβάνονταν και η Ήπειρος, θα περνούσε οπωσδήποτε από την Κέρκυρα. Κι αν τα μοναστήρια ήταν ο τόπος που γαλήνευε η ταραγμένη του ψυχή, δεν χρειαζόνταν να φτάσει τόσο μακριά στη Θεσσαλία. Ίσως πέρασε απλά απέναντι και κούρνιασε, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, στην περίφημη (για τα χειρόγραφά της) μονή του Γηρομερίου.
Εκεί, κάποιος «Κερκυραίος» μοναχός, εντελώς αγράμματος, έβαλε φωτιά στη βιβλιοθήκη και την καθάρισε για να βρει χώρο να …μείνει.
Τα πολύτιμα χειρόγραφα, εξαφανίστηκαν στη φωτιά.

Ή μήπως όχι;


ΤΕΛΟΣ


[1]Ήταν στους πρόποδες του Όρους Σινά, στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης, που ανακάλυψα το μαργαριτάρι όλων των ερευνών μου. Κατά την επίσκεψη στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού, κατά το μήνα Μάιο 1844, αντιλήφθηκα στη μέση της μεγάλης αίθουσας ένα μεγάλο και πλατύ καλάθι γεμάτο παλιές περγαμηνές και ο βιβλιοθηκάριος, με πληροφόρησε ότι δύο σωροί από χαρτιά σαν αυτά, κομματιασμένα από το χρόνο, είχαν ήδη ριχτεί στις φλόγες. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι μέσα σ’  αυτό το σωρό από χαρτιά ήταν ένας σημαντικός αριθμός των φύλλων ενός αντιγράφου της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά, ο οποίος μου φάνηκε να είναι ένας από τους αρχαιότερους που είχα δει ποτέ! Οι αρχές του μοναστηριού μου επέτρεψαν να κρατήσω το ένα τρίτο αυτών των περγαμηνών, περίπου σαράντα τρία φύλλα, εύκολα, δεδομένου ότι προορίζονταν για την φωτιά. Αλλά δεν θα μπορούσα να κρατήσω τα υπόλοιπα. Η ζωηρότατη ικανοποίηση που ένοιωσα είχε προκαλέσει τις υποψίες τους για την αξία του χειρογράφου. Αντέγραψα μια σελίδα του κειμένου του Ησαΐα και του Ιερεμία, και παρακάλεσα τους μοναχούς να φυλάξουν με θρησκευτική φροντίδα όλα τα υπόλοιπα τμήματα που θα έπεφταν στο δρόμο τους.
[2] Δεν είχα αποκαλύψει το όνομα του τόπου όπου είχε βρεθεί, με την ελπίδα της επιστροφής και ανάκτησης του υπόλοιπου  χειρογράφου… Έκρινα ότι ήταν συνετό να μην αποκαλύψω σε κανέναν το μυστικό μου του 1844.
[3] Ένα εντελώς τυχαίο περιστατικό με έφερε αμέσως στο στόχο όλων των επιθυμιών μου. Το απόγευμα της [τελευταίας] ημέρας  κάναμε μια βόλτα με τον οικονόμο της μονής στην περιοχή, και καθώς επιστρέφαμε, με το ηλιοβασίλεμα,  με προσκάλεσε να πάρω ένα αναψυκτικό μαζί του στο κελί του. Μόλις είχα μπει στο δωμάτιο, όταν, συνεχίζοντας τη συζήτησή μας, είπε: «Έχω κι εγώ τους Εβδομήκοντα για να δείτε» - δηλαδή ένα αντίγραφο της ελληνικής μετάφρασης που έγινε από τους Εβδομήκοντα. Και λέγοντάς το, πήρε κάτω από τη γωνία του δωματίου ένα ογκώδες δέμα, τυλιγμένο σε ένα κόκκινο πανί, και το έφερε  μπροστά μου. Ξετυλίγοντας το κάλυμμα, ανακάλυψα, προς μεγάλη μου έκπληξη, όχι μόνο τα αποσπάσματα που, πριν από δεκαπέντε χρόνια, είχα πάρει από το καλάθι, αλλά και άλλα μέρη της Παλαιάς Διαθήκης, και την Καινή Διαθήκη πλήρη, και επιπλέον την Επιστολή του Βαρνάβα κι ένα μέρος από τον Ποιμένα του Ερμά. Γεμάτος χαρά, την οποία αυτή τη φορά είχα τον αυτοέλεγχο  να κρύψω από τον οικονόμο και την υπόλοιπη κοινότητα, ρώτησα, αδιάφορα, αν μπορώ να πάρω το χειρόγραφο στο κελί μου για να το κοιτάξω καλύτερα…
Ήξερα ότι είχα στα χέρια μου τον πιο πολύτιμο θησαυρό της Βίβλου- ένα έγγραφο του οποίου η ηλικία και η σημασία ξεπερνούσαν  όλα τα χειρόγραφα που είχα εξετάσει ποτέ στη διάρκεια της μελέτης του θέματος επί είκοσι χρόνια.
Ομολογώ ότι δεν μπορώ τώρα να θυμηθώ όλα τα συναισθήματα που ένιωσα αυτή την συναρπαστική στιγμή με τέτοια διαμάντια στην κατοχή μου. Αν και η λάμπα μου φώτιζε λίγο, και το βράδυ ήταν κρύο, κάθισα κάτω να μεταγράψω με τη μία την Επιστολή του Βαρνάβα. Για δυο αιώνες, μάταια αναζητήθηκε το αρχικό ελληνικό κείμενο του πρώτου μέρους αυτής της επιστολής, την οποία γνωρίζαμε μέσα από μια πολύ λανθασμένη λατινική μετάφραση. Αυτός ήταν ο λόγος που με έκανε να πιστέψω ότι η Σιναΐτικη Βίβλος, αντιγράφηκε στο πρώτο μισό του τέταρτου αιώνα, στα χρόνια του πρώτου χριστιανού αυτοκράτορα.
[4]Στις 8/20 Μάη 1868 έγραψε προς τον αρχιμανδρίτη Antonin Kapustin, προϊστάμενο της Ρωσικής εκκλησιαστικής αντιπροσωπείας στην Ιερουσαλήμ: «... Χρειάζομαι την μεσολάβησή σου για να τερματιστεί η ιστορία με την Βίβλο που κλέψαμε. ... Είναι ανάγκη να αποκτήσουμε από τη Μονή του Σινά ένα έγγραφο που να βεβαιώνει ότι το χειρόγραφο προσφέρθηκε  ως δώρο στον Τσάρο. Θα μπορούσαμε να δώσουμε ως αντάλλαγμα τρία ή τέσσερα μετάλλια διαφόρων τάξεων, ή ίσως 10.000 – 12.000 ρούβλια πάνω-κάτω. ... ίσως με την υπόσχεσή μας να αναγνωρίσουμε τον νέο Αρχιεπίσκοπο ... θα είναι δυνατ να καλυφθεί το ζήτημα φθηνά, μόνο με μετάλλια ...». Και σαράντα μέρες αργότερα (18/30 Ιούνη 1868), του γράφει: «... Το βρίσκω πιό εύσχημο να δοθεί οποιοδήποτε ποσό, οπωσδήποτε αξιοπρεπές, ώστε να είναι δυνατό να πούμε ότι αγοράσαμε τη Βίβλο παρά ότι την υπεξαιρέσαμε».
[5] «... Μου αρέσει να κολλάω τους ανθρώπους στον τοίχο, διαφορετικά δεν μπορείς να ξεζουμίσεις τον πεισματάρη…» 
[6] «… Αν το χειρόγραφο είναι όντως κλεμμένο, τότε είναι οπωσδήποτε γνήσιο, και είναι αβάσιμες οι κατηγορίες ότι είναι ψεύτικο και κατασκευασμένο. ..»

2 σχόλια:

Ioanna Mpempi είπε...

Επιστημονική δουλειά!! Μπράβο!! Το ηθικό δίδαγμα είναι ότι και η απατεωνια χρειάζεται για να μπορούμε σήμερα να απολαμβανουμε την ιστορία αυτή. Η μήπως πρόκειται για άλλη μία απατεωνια δια χειρός Πασιακου?


ΚΏΣΤΑΣ είπε...

Πάρα πολύ καλό! Εύγε Πασιάκο!
Το ¨ή μήπως όχι¨ στο τέλος μου θυμίζει Μπόρχες.
(Γι αυτό στο ΤΕΛΟΣ γράψε ΤΟΛΟΣ)