"τα]ς κε βολλοίμαν έρατόν τε βάμα καμάρυχμα λάμπρον ίδην προσώπω "

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

ΜΟΥΡΓΚΑΝΑ


                    ΜΟΥΡΓΚΑΝΑ
                                                ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Πάλι ο εμφύλιος;
Ξανά η Μουργκάνα;
Είναι δυό ερωτήματα που θα μπορούσε να απευθύνει ένας καταρτισμένος αναγνώστης στον συγγραφέα αυτού του βιβλίου. Τι νόημα έχει άλλο ένα βιβλίο για τον εμφύλιο και μάλιστα για μια μικρή γεωγραφική γωνιά του χώρου όπου εκτυλίχθηκε, τη Θεσπρωτία και τη Μουργκάνα;
Η απάντηση δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι απλή. Το ξύσιμο των πληγών δεν βοηθάει, ούτε τα γενικόλογα αποφθέγματα του τύπου «λαός που δεν ξέρει την ιστορία του ξανακάνει τα ίδια λάθη» θα μπορούσαν να βοηθήσουν περισσότερο.
Η κάθε γενιά κάνει τα δικά της λάθη και το παρελθόν δυστυχώς επιδρά αρνητικά στο παρόν, γεμίζοντάς το με «ευθύνες» και «χιλιόχρονες» υποχρεώσεις.
Δεν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το βιβλίο αυτό γράφτηκε για να προλάβει επαναλήψεις σφαλμάτων του παρελθόντος. Και οι δυό πλευρές που αιματοκύλισαν τη χώρα, φαίνεται ότι είναι έτοιμες να το ξανακάνουν αν βρουν την ευκαιρία.
Στον Τσαμαντά υπάρχει ακόμα το μνημείο του μίσους που έχτισαν οι δεξιοί, μόνο με τους δικούς τους νεκρούς εκείνης της περιόδου.
Λίγο πιο πάνω, στην Ταβέρα, τα μέλη του Κομμουνιστικού κόμματος και της Κ.Ν.Ε. έβαλαν το δικό τους σημάδι το καλοκαίρι του 2016 διακηρύσσοντας σε όλους τους τόνους ότι ο αγώνας εκείνος δεν τελείωσε αλλά συνεχίζεται.
Άρα, το βιβλίο αυτό δεν μπορεί να αναμοχλεύσει τα εμφύλια πάθη, για τον απλό λόγο ότι ποτέ δεν ησύχασαν, ποτέ δεν ξεχάστηκαν. Ούτε μπορεί να διδάξει ανθρώπους που δεν θέλουν ν’ ακούσουν παρά μόνο το δικό τους κήρυγμα.
Μια νηφάλια αποτίμηση των γεγονότων με την προσθήκη περισσότερων στοιχείων, σίγουρα θα βοηθήσει την ιστορική μνήμη αλλά μόνον αυτή.

Για τα γεγονότα της Μουργκάνας έχουν γραφτεί πολλά:
 Το βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη «ΕΛΕΝΗ» διαβάστηκε από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο, κάνοντας γνωστή τη Μουργκάνα και την αιματηρή της ιστορία στα πέρατα της οικουμένης. Σίγουρα τα άλλα βιβλία που τυπώθηκαν για να αντικρούσουν το αρχικό διαβάστηκαν πολύ λιγότερο. Η «ΑΛΛΗ ΕΛΕΝΗ» του Βασίλη Καββαθά, πέτυχε μερικώς το στόχο της μόνο στο ελληνόφωνο κοινό. Σχεδόν άγνωστες έμειναν η «ΑΝΤΙ-ΕΛΕΝΗ» του Αναστάση Τάκα και η «ΥΠΕΡΑΝΩ ΟΛΩΝ ΕΛΕΝΗ» του στρατηγού Θρασύβουλου Τσακαλώτου.
Είχε βέβαια προηγηθεί ο λογοτέχνης Δημήτρης Χατζής με τη «ΜΟΥΡΓΚΑΝΑ» του, που εξέδωσε στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας ταυτόχρονα με τα γεγονότα (1948). Η διήγηση αυτή μεταφράστηκε αμέσως από τη Μέλπω Αξιώτη στα γαλλικά και γνώρισε μεγάλη απήχηση στον κόσμο της αριστεράς. Το διήγημα ξανατυπώθηκε αργότερα και πάνω του συγκρούστηκαν η Αγγέλα Καστρινάκη με το «ΜΟΥΡΓΚΑΝΑ η υπερβολή της απελπισίας» με την Τζένη Οικονομίδη και την «Υπεράσπιση της ΜΟΥΡΓΚΑΝΑΣ» από τις σελίδες του περιοδικού ΑΝΤΙ.                                                                                                                                                                                              Οι νικητές φρόντισαν αμέσως μετά τον θρίαμβό τους να εκδώσουν τη «ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΟΥΡΓΚΑΝΑΣ», δίνοντας πολύτιμες πληροφορίες για τη δράση τους πριν ακόμα επεξεργαστούν τα γεγονότα. Το βιβλίο αυτό ξεχάστηκε αμέσως κι αν δεν το επανέκδιδαν οι ακροδεξιοί είναι αμφίβολο αν θα διαβάζονταν ποτέ έξω από το στράτευμα.
Ο υποστράτηγος Δημήτρης Ζαφειρόπουλος, παρότι έγραψε το 1956, έδωσε μια αξιόλογη περιγραφή των γεγονότων στο βιβλίο του «ΑΝΤΙΣΥΜΜΟΡΙΑΚΟΣ ΑΓΩΝ». Η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, κάπως μουδιασμένα, αφιέρωσε ελάχιστο χώρο στη Μουργκάνα. Σωστά έκριναν ότι δεν έπρεπε να επεκταθούν σε πολλές λεπτομέρειες  για το τι συνέβη εκεί πάνω…
Η Μουργκάνα ξεφύτρωνε σε διάφορα βιβλία, όπως αυτό του Ευάγγελου Αβέρωφ Τοσίτσα «ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡΙ» τον «ΑΝΙΧΝΕΥΤΗ» του Αριστοτέλη Νικολαΐδη ή το «Η ΗΠΕΙΡΟΣ ΞΑΝΑΖΩΝΕΤΑΙ Τ’ ΑΡΜΑΤΑ» του Δήμου Βότσικα.
Χρειάστηκε η πένα του Γκατζογιάννη για να τη φέρει με εκρηκτικό τρόπο στην επικαιρότητα και μετά να ακολουθήσει η σιωπή. Ώσπου ο δάσκαλος Κώστας Τσαντίνης  από του Λιά, αποφάσισε να γράψει το βιβλίο του «ΜΟΥΡΓΚΑΝΑ ένας δεύτερος Γράμμος». Επιτέλους μια ήρεμη και αντικειμενική εξιστόρηση των γεγονότων.
Ακολούθησε η περιγραφή του ιστορικού Γιώργου Μαργαρίτη στην «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1946-1949». Θα έλεγε κανείς ότι οι αναφορές έκλεισαν, κι η Μουργκάνα με τα γεγονότα της θα ζούσε μόνο  στις διηγήσεις του Σωτήρη Δημητρίου, του Αντώνη Βενέτη και στα ποιήματα του Μιχάλη Γκανά αν ο συνταγματάρχης Γεώργιος Πάτσης δεν έβγαζε τη δική του «ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΡΓΚΑΝΑΣ».
 Το βιβλίο ξαναγυρίζει τα πράγματα στην αρχή. Στο Άσπρο Μαύρο. Στους καλούς και τους κακούς. Στους ήρωες και τους προδότες.
Μαζί και οι εκδηλώσεις των Κομμουνιστών του 2016: «ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΙΜΗ, ΕΜΠΝΕΟΜΑΣΤΕ-ΔΙΔΑΣΚΟΜΑΣΤΕ-ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ».
Ο πόλεμος στη Μουργκάνα δεν θα τελειώσει ποτέ;

Ξαναγυρίζουμε λοιπόν στο αρχικό ερώτημα:
Τι θα προσφέρει παραπάνω αυτό το βιβλίο που δεν το έχουν καλύψει τα προηγούμενα;
Ο Τσακαλώτος, ο Ζαφειρόπουλος, η VIII Μεραρχία, ο Αβέρωφ, η Δ/νση Ιστορίας Στρατού, ο Πάτσης, ο Γκατζογιάννης, ο Βενέτης κι ο Δημητρίου, έδωσαν την εκδοχή των νικητών.
Ο Χατζής, ο Βότσικας, ο Μαργαρίτης (παρά την ιστορική επίφαση) κι η Οικονομίδη, μίλησαν από την πλευρά των νικημένων. Ακόμα κι ο νηφάλιος Τσαντίνης δεν κατάφερε να ξεφύγει από τον παιδικό του ενθουσιασμό για τον χωριανό του, τον καπετάνιο Σπύρο Σκεύη.
Ίσως αυτό το βιβλίο να καταφέρει επιτέλους να σταθεί πραγματικά στη μέση.
Να παραμερίσει τους «ήρωες» και τους «αιμοσταγείς δολοφόνους» και να δει πίσω από το εμφύλιο πάθος. Να δώσει ισότιμα το λόγο στους νικητές και στους νικημένους, αλλά κυρίως στους «εγκλωβισμένους» αυτής της ιστορίας: Τους φαντάρους και τους αντάρτες (και τις αντάρτισσες) που δεν ήθελαν να πολεμήσουν αλλά πιάστηκαν στο φριχτό δόκανο του πολέμου. Και κυρίως στις άμαχες γυναίκες και στους γέρους που έμειναν πίσω, όταν οι άντρες έφευγαν τρομαγμένοι για το Φιλιάτι. (Τα παιδιά ίσως βίωσαν λιγότερο τη φρίκη του πολέμου και τον πόνο της ξενιτειάς).

Το βιβλίο αυτό πέρα από την εξιστόρηση των γεγονότων, δεν θα μιλήσει για «δάφνες» και «τιμημένους νεκρούς», αλλά για τη μικρή καθημερινή ζωή που συνθλίβεται στις μυλόπετρες της ιστορίας.
Ίσως να το πετύχει…

Δεν υπάρχουν σχόλια: