"τα]ς κε βολλοίμαν έρατόν τε βάμα καμάρυχμα λάμπρον ίδην προσώπω "

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες


Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες٭

Στο έρημο μοναστήρι του Μακραλέξη, απάνω στις πλαγιές της Μουργκάνας, τα βράδια του χειμώνα ακούγονται τραγούδια. Μπορεί να είναι η σάπια πόρτα που χτυπιέται μοναχή της σαν τη ζουρλή, μπορεί κι ο αγέρας που περνάει από τις στενές μασγκάλες.
Αλλά αυτοί που ξέρουν, οι φευγάτοι κι οι αλαφροΐσκιωτοι, λένε ότι στον τόπο της Μεγάλης Σφαγής, μαζεύτηκαν οι πεθαμένοι και γλεντάνε τα βράδυα.
Οι αντάρτες κι οι λοκατζήδες στην ίδια τάβλα!
Φιλιώσανε οι ψυχές τους με τα χρόνια. Σκοτώθηκαν μεταξύ τους, ναι, αλλά τώρα απόμειναν σε τούτο το παλιό μοναστήρι μέσα στο απέραντο δάσος.
Δεν περνάνε εύκολα οι νύχτες της αιωνιότητας!
Οι άγιοι, βλοσυροί, δεν τους κάνουνε παρέα. Μόνο ο Διονύσιος, ο κτήτορας, σήκωσε τη μεγάλη πλάκα που τον σκέπαζε, κι ένα βράδυ τους οδήγησε στο μυστικό κελάρι.
Παλιό κρασί και φρέσκο τσίπουρο!
Οι αντάρτες πεινασμένοι από χρόνια, χάλεψαν σταφίδα και σοκολάτες απ’ τους λοκατζήδες. Ο Διονύσιος έχωσε το σκελετωμένο του χέρι μέσα στα ράσα, κι έβγαλε έναν χιλιοχρονίτικο σουγιά. Έκοψε μια φτενή φέτα μανούρι για τον καθένα.
Με τo πρώτο ποτήρι, τα στόματα λύθηκαν (στην κυριολεξία, αφού ένας λοκατζής μάζεψε το τσιαγούλι του απ’ τις πλάκες).
Άρχισαν το τραγούδι!
«Τόμαθες μωρ’ δόλιο μάνα,
Μωρ’ τι γίνγκε στη Μουργκάνα
Μωρ’ γυαλένια κρουσταλένια!»
Στην αρχή το κίνησαν όλοι μαζί, αλλά κατόπι ο καθένας έλεγε το δικό του:
-Πολεμούσαν οι αντάρτες με τους παλιομπουραντάδες!
-Πολεμούσαν οι φαντάροι με τους Σλάβους συμμορίτες!
Οι αντάρτες βροντοφώναξαν τσουγκρίζοντας τα ποτήρια:
Ο ήλιος βασιλεύει κι η μέρα σώνεται
Κι η κόκκινη σημαία όλο κι απλώνεται.
Ο ήλιος βασιλεύει μέσα στα ρέματα
Κι ο Μάρκος κατεβαίνει με τα στρατέματα!
Δυο τρεις Γαλάνηδες που σύρθηκαν κι αυτοί απ’ τα βουνά της Πόβλας ξεθάρεψαν:
Δεν κλαίτε μαύρα δέντρα και σεις μαύρα κλαριά
Δεν κλαίτε της Μουργκάνας τα πέντε τα χωριά.
Του Λια και το Μπαμπούρι, τον δόλιο Τσαμαντά,
Την Πόβλα, τα’ Ασπροκκλήσι, τα πιο καλά χωριά,
Που μπήκαν οι αντάρτες μια όμορφη βραδιά.
Πήραν γυναίκες σκλάβες, γερόντους και παιδιά.
Τους πήραν και τους πήγαν μες στην Αρβανιτιά.
Οι αντάρτες απάντησαν:
Απάνω στα ψηλά βουνά
θα σιάσουμε ένα αλώνι
να βάλουμε το βασιλιά
σαμάρια να μπαλώνει!
Αγριοκοιτάχτηκαν με τα άδεια τους μάτια. Σκώθηκαν για να πιαστούνε στα χέρια, αλλά τα  σκελετωμένα ποδάρια τους κουνήθηκαν στον αέρα σαν του καραγκιόζη.
Έκατσαν πάλι στα στασίδια ανήμποροι να ξανακάνουν κακό.
Τα χερουβίμια πάνω τους χαμογέλασαν! Ξέραν αυτά.
Ο Διονύσιος, καθαρόαιμος Μουργκανιώτης από το Λόγγο, έβαλε ακόμα μια σειρά στα ποτήρια κι άρχισε το δικό του τραγούδι πούταν το τελευταίο της βραδυάς:
Καλώς ανταμωθήκαμαν εμείς οι ντερτιλήδες
Να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας
Τούτον το χρόνο τον καλόν τον άλλον ποιος το ξέρει
Δε ζιούμε, μον πεθάναμε και σ’ άλλον κόσμο πάμε…
------------------

٭Από τη λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσόστομου. Τα τραγούδια είναι παρμένα από τον Σωτήρη Δημητρίου, τον Κώστα Τσαντίνη κι από γλέντια στη Μουργκάνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: