"Και στο λήσταρχο ψωμί και στ' απόσπασμα χαμπέρι! "

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Μουργκάνα: η υπερβολή της απελπισίας.


[Ψάχνοντας για τη "Μουργκάνα" του Δ. Χατζή στο διαδίκτυο, έπεσα πάνω σ΄αυτόν τον τίτλο: "Μουργκάνα" η υπερβολή της απελπισίας. Ο φίλος Βασίλης Αλεξίου μου έστειλε το τεύχος του ΑΝΤΙ σε PDF κι εγώ το έκανα πιο στρωτό για να το διαβάσουμε όλοι. Πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο!]


Αντί τ. 743-744, 27-7-2001,  σσ. 52-54.
«Μουργκάνα»: η υπερβολή της απελπισίας

Πώς μπορεί η λογοτεχνία να καταγράψει τον εμφύλιο πόλεμο, όχι με τρόπους μεταφορικούς ή με μυθικά παράλληλα, αλλά ως σύγκρουση, πραγματική μάχη, κυριολεκτική αναμέτρηση με τον εχθρό αδελφό; Πώς αντιμετωπίζεται ο άλλος, ο αντίπαλος, και τι είδους τέχνη προκύπτει από μια τέτοιου είδους αλληλοσφαγή;

Τώρα, πενήντα και δύο χρόνια μετά, όταν έχει φουντώσει το ενδιαφέρον και η έρευνα για τον Εμφύλιο, μπορούμε να σκύψουμε πάνω από το κείμενο του Δημήτρη Χατζή «Μουργκάνα», το ατελέστερο ίσως ενός μεγάλου συγγραφέα, με ανανεωμένο ενδιαφέρον.
Το κείμενο αυτό βέβαια δεν είναι ακριβώς λογοτεχνία. Είναι ένα χρονικό, μια αναφορά που θέλει να μεταδώσει πιστά τα γεγονότα. Ωστόσο μετέρχεται τους τρόπους της λογοτεχνίας και χρησιμοποιεί τα τεχνάσματά της· κατασκευάζει έναν λόγο συγκινησιακό, ενώ ταυτόχρονα αρνείται τη λογοτεχνική καταγωγή του, προς όφελος μιας αλήθειας που θέλει να παρουσιάζεται ως αψιμυθίωτη.
Το κείμενο ξεκινά με το απόσπασμα από ένα γράμμα στρατιώτη του αντίπαλου στρατού «Βρισκόμαστε κοντά στη Μουργκάνα. Πρόκειται να κάνουμε ενέργεια με μεγάλες δυνάμεις κι αυτή τη φορά φοβάμαι πολύ»1. Δύο οι πληροφορίες που κομίζει η αρχή αυτή. Πρώτον ο φόβος, δεύτερον οι «μεγάλες δυνάμεις». Ο αντίπαλος διαθέτει μεγάλες δυνάμεις και παρ’ όλα αυτά φοβάται. Χαμηλό ηθικό λοιπόν, παρά την υπεροπλία. Το ξεκίνημα από την επιστολή ενός αντιπάλου είναι ήδη ένα λογοτεχνικό τέχνασμα. Δείχνει από τα μέσα την κατάσταση των άλλων, άρα το κείμενο καθίσταται, υποτίθεται, πιο έγκυρο ως μαρτυρία. Αυτή τη μέθοδο θα την χρησιμοποιήσει συχνά ο Χατζής. Ταυτόχρονα όμως η εισαγωγή αυτή μάς εξοικειώνει με έναν αντίπαλο και μας τον κάνει, μέσω του φόβου του, συμπαθή.
Ο Χατζής την επιδιώκει αυτή τη συμπάθεια. Αμέσως μετά θα μας πληροφορήσει ότι ο φοβισμένος φαντάρος, που δεν πρόλαβε να στείλει το γράμμα στην αγαπημένη του, είναι τώρα νεκρός. Άθαφτος νεκρός «με το πρόσωπο το μισό φαγωμένο, τό ’να πόδι σπασμένο και το χέρι φευγάτο δυο μέτρα μακρύτερα» (σ. 33). Αλλά για τον θάνατο αυτό δεν φταίει η παράταξη του συγγραφέα που είχε προειδοποιήσει: «αδέρφια μην έρχεστε» (σ. 34).
Η κρίσιμη λέξη έχει λεχθεί: «αδέρφια». Και το αίσθημα με το οποίο αντιμετωπίζουμε τον άλλον επίσης: είναι η συμπάθεια και ο οίκτος. Όσο για τη φρικιαστική περιγραφή του πτώματος, που εκ πρώτης όψεως ξαφνιάζει, πρέπει να πούμε πως στηρίζεται σε έναν τολμηρό και έξυπνο υπολογισμό: αυτός που επιδιώκει να μιλήσει για τη φρίκη, δεν μπορεί να είναι αυτός που την προκάλεσε· όποιος προκαλεί τον όλεθρο δεν το διατυμπανίζει. Άρα εφόσον εμείς μιλάμε για τη φρίκη, η φρίκη είναι δημιούργημα των αντιπάλων.
Ποιοι όμως είναι οι αντίπαλοι; Αμέσως μετά έρχεται η κατονομασία τους: «Οι Εγγλέζοι και οι Αμερικάνοι τους έσπρωχναν από πίσω [τους φαντάρους του κυβερνητικού στρατού] και οι αξιωματικοί τους κρατούσανε το πιστόλι στα χέρια για να τους ρίχνουνε πάνω μας». Οι φταίχτες λοιπόν είναι πρωτίστως οι ξένοι και δευτερευόντως κάποιοι αξιωματικοί (των οποίων η εθνότητα δεν αναφέρεται).
Ο αγώνας, με άλλα λόγια, ουσιαστικά δεν είναι εμφύλιος2. Απλώς κάποιοι Έλληνες είναι εγκλωβισμένοι σε μια παράταξη που δεν τους εκφράζει και που δεν την καθοδηγούν καν Έλληνες. Αυτοί οι εγκλωβισμένοι Έλληνες που δεν θέλουν να πολεμήσουν είναι τα «αδέρφια» μας.
Όμως μετά από αυτή την τοποθέτηση, που μοιάζει με ξεκαθάρισμα του τοπίου, τα πράγματα αλλάζουν. Στο εξής οι αντίπαλοι, ο άλλος στρατός, όπου βέβαια περιλαμβάνονται και όσοι μόλις χαρακτηρίστηκαν «αδέρφια», ονομάζονται ορθά κοφτά «ο εχθρός». Ούτε καν ο «αντίπαλος», παρά ο «εχθρός». Γιατί μπορεί να είναι «αδέρφια» μας, αλλά αν κάτι τέτοιο μάς απασχολήσει παραπάνω, θα καταστήσει προβληματικό έναν αγώνα ζωής και θανάτου.
Πράγματι λοιπόν το κείμενο, αν και αρχίζει με την υποδήλωση της «συγγένειας», αμέσως μετά την παραγράφει χωρίς καμία εξήγηση για τη μετάβαση από την έννοια του αδερφού σε εκείνην του εχθρού. Και όχι μόνο αυτό: αλλά ο συγγραφέας επιδίδεται επιπλέον σε περιγραφές καταστάσεων, όπου η άκρα ταλαιπωρία του αντιπάλου προκαλεί «μεγάλο κέφι» στους δικούς μας. Όταν τις νύχτες αυτοί «οι δικοί μας» αιφνιδιάζουν τους αντιπάλους: «Οι μαχητές μας πρέπει να βρίσκουνε μεγάλο κέφι σ’ αυτό το λαχτάρισμα, τ’ ασταμάτητο βασάνισμα του εχθρού. Βαρύς, μηχανικός, είναι ο γδούπος της εχθρικής χοντροκέφαλης δύναμης που κινιέται. Είναι το άψυχο μπουλούκι που σέρνεται. Σβέλτη κι επίμονη, πονηρή και χαρούμενη είναι η ψυχή που αντιστέκεται με πίστη κι απόφαση, μ’ αγάπη για τη ζωή και λαχτάρα για τη νίκη» (σ.50). Ώστε παρά τον εμφύλιο χαρακτήρα, αναστολές δεν υπάρχουν καθόλου στη μάχη. Ο αγώνας είναι δίκαιος και διεξάγεται με υψηλό ηθικό. Αν συγκρίνουμε το κείμενο αυτό με τα πεζογραφήματα για τον αλβανικό πόλεμο, θα διαπιστώσουμε ότι σε εκείνα, κείμενα επίσης ενός «δίκαιου πολέμου», υπάρχουν πολλά στοιχεία από την ανθούσα άλλοτε αντιπολεμική λογοτεχνία, που δεν θα τα βρούμε στο κείμενο του Χατζή: οι κακουχίες, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στον ανθρωπισμό και στην πολεμική αποτελεσματικότητα, η αγάπη για τον αντίπαλο, η θλίψη μπροστά στον θάνατο3.
Στη «Μουργκάνα» αντίθετα δεν αναφέρονται καθόλου κακουχίες ούτε αμφιταλάντευση, η αγάπη για τον «αδερφό» εξαντλείται στην πρώτη σελίδα (στα έργα του αλβανικού πολέμου κερδίζεται σταδιακά), όσο για τον θάνατο, αυτός ή περιγράφεται σχεδόν ευτράπελα4 ή προκαλεί πίκρα μονάχα «για μια στιγμή»: «Η Ρίγκω σκοτώθηκε χτες. Δε θα ξανανεβεί στα βουνίσια μονοπάτια, δε θα
ξαναπερπατήσει στα ντερβένια του κάμπου. Δε θα ιδεί τη λευτεριά και την ειρήνη.
Για μια στιγμή ο τόπος γιομίζει πίκρα. Μα οι σύντροφοι της Ρίγκως ξαναπηγαίνουνε τώρα για τη νυχτερινή τους επίθεση στα συρματοπλέγματα. Και τραγουδούν» (σ. 98).
Ο θλιβερότερος πόλεμος λοιπόν στην πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας γεννά το πιο φιλοπόλεμο ίσως έργο στη λογοτεχνία της. Ποτέ άλλοτε, νομίζω, δεν έχει επιμείνει συγγραφέας πολεμικού αφηγήματος τόσο πολύ στο τραγούδι που συνοδεύει τη ζωή των αγωνιστών. Στη «Μουργκάνα» οι στρατιώτες παρουσιάζονται να τραγουδούν ασταμάτητα: «Αγαπούνε τους συντρόφους τους, την Πατρίδα τους, λαχταρούνε τη νίκη. Είναι απλοί και χαρούμενοι. Γι’αυτό τραγουδούνε τόσο πολύ. Αγαπούνε τη ζωή, τ’ αγαθά της, την ειρήνη. Είναι ήμεροι και συναισθηματικοί. Γι’ αυτό συγκινούνται έτσι εύκολα και δακρύζουνε με το πρώτο. Έτσι είναι όλοι τους. Πολεμούνε καλά, τραγουδάνε πολύ και δακρύζουνε με το τίποτα» (σ. 53).
Η Πατρίδα είναι με κεφαλαίο και η ελληνικότητα διεκδικείται στο ακέραιο, όπως θα δούμε και παρακάτω. Όσο για τους αγωνιστές είναι η ενσάρκωση του ειρηνικού ιδανικού: χαρά, απλότητα, ημεράδα, αλληλεγγύη και συναισθηματισμός. Κι ο πόλεμος, σε αυτά τα συμφραζόμενα, λίγο απέχει από μια χαρούμενη άθληση.
Σε όλα τα παραπάνω υπάρχει βέβαια μια υπερβολή. Παρόλο που οι μάχες της Μουργκάνας αποτέλεσαν εξαιρετική επιτυχία για τον Δημοκρατικό Στρατό, επιτυχία που άγγιζε τα όρια του «θαύματος»5, και οπωσδήποτε θα διεξήχθησαν με πάρα πολύ πείσμα, δεν μπορεί παρά να απείχαν εξίσου πολύ από το κέφι και την ευφρόσυνη διάθεση που επιδιώκει να τους αποδώσει ο Χατζής. Η υπερβολή -αυτό μπορούμε με κάποια ασφάλεια να το υποθέσουμε- υποκρύπτει μάλλον το εντελώς
αντίθετό της. Τόσο πιο ευφρόσυνο θέλει να αποδώσει τον αγώνα ο Χατζής όσο πιο ζοφερός είναι· τόσο πιο αισιόδοξο όσο πιο απελπισμένος. 'Αλλωστε στο έργο αυτό μια δευτερεύουσα νίκη ανάγεται σε παράδειγμα, τη στιγμή που ήταν μάλλον σαφές ότι η συνολική ήττα πλησίαζε αναπόφευκτα. Γνωρίζουμε επιπλέον ότι ο ίδιος ο Χατζής, όταν βρέθηκε στο βουνό το καλοκαίρι του ’48, δεν πολέμησε καθόλου, και πως στάλθηκε σύντομα εκτός συνόρων με πολύ ταραγμένα τα νεύρα του6.
Ίσως λοιπόν η «Μουργκάνα» διεκδικεί τα πρωτεία και του πιο ανειλικρινούς πολεμικού κειμένου της ελληνικής λογοτεχνίας. Και εδώ είναι χρήσιμο να την παραβάλλουμε με ένα άλλο προϊόν της εμφύλιας σύρραξης, την Πυραμίδα 67 του Ρένου Αποστολίδη (1950). Η Πυραμίδα 67 αποτελείται από γράμματα και ημερολόγια που κρατά ο επιστρατευμένος στον κυβερνητικό στρατό συγγραφέας, ο οποίος έχοντας, καθώς λέει, αποφασίσει να μη χρησιμοποιήσει καθόλου το όπλο του, γράφει ασταμάτητα σε ένα μπλοκ που κρατάει πάντα πάνω του. Ο Ρένος Αποστολίδης συντάσσει ένα σαφώς αντιπολεμικό κείμενο. Διεκτραγωδεί την πείνα, το κρύο, τις κακουχίες, το Εγώ που υποφέρει,
αναλύει τη ματαιότητα ενός πολέμου που γεννά την απόγνωση, δηλώνει την απόλυτη αντίθεσή του προς κάθε ηρωισμό και την απιστία του προς οποιαδήποτε ιδέα· μόνη αξία είναι γι’ αυτόν η αξία της ζωής. Το κείμενο τούτο ωστόσο δεν θερμαίνεται από καμία ή σχεδόν καμία συμπάθεια ούτε για τους συστρατιώτες ούτε για τους αντιπάλους, και αποτελεί το ξέσπασμα ενός ανυπότακτου σε κάθε αρχή υποκειμένου, που αντιτίθεται σε ό,τι πάει να καταπιέσει τον πολύτιμο εαυτό του.
Ο Εμφύλιος γέννησε λοιπόν, την ίδια την εποχή που διεξήγετο, δυο αντιδιαμετρικά κείμενα. Το ανειλικρινές έργο μιας αισιόδοξης συντροφικότητας και το ειλικρινές έργο ενός μηδενιστικού εγωκεντρισμού. Το πρώτο από την παράταξη των μελλοντικών ηττημένων, το δεύτερο από την παράταξη των νικητών. Κι όμως τα δύο αυτά έργα έχουν ένα σημείο σύγκλισης που νομίζω πως είναι χαρακτηριστικό. Αποτελούν και τα δύο μαρτυρίες, χρονικά, που αποστρέφονται -όπως τα ίδια δηλώνουν- την οποιαδήποτε μυθοποίηση:
«Τέλειωσα τη διήγησή μου. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα -σαν γραμματικός- με τα περιστατικά της μάχης. Πρέπει μονάχα να πω πως όλα βαλθήκανε με τη σειρά την κανονική τους. Δεν υπάρχουνε σ’ αυτή τη διήγηση ανακρίβειες ούτε υπερβολές. Οι διάλογοι είναι όλοι αυθεντικοί. Ξεχωριστά οι πληροφορίες σχετικά με τις κινήσεις, τις ενέργειες και τις προθέσεις ακόμα του εχθρού είναι απόλυτα βεβαιωμένες. Κι όλα μέσα στη διήγηση είναι υποταγμένα, όχι μόνο γενικά στην αλήθεια μα στην πιο αυστηρή απαίτηση της ακρίβειας και για το πιο μικρό περιστατικό» (σ. 96).
Αυτά τα γράφει ο Χατζής μέσα στο κείμενο της «Μουργκάνας». Ο Ρένος Αποστολίδης θα εξηγήσει αργότερα, στην τρίτη έκδοση της Πυραμίδας, τον τρόπο σύνθεσής της: Η Πυραμίδα βγήκε, γράφει, «με τον πιο απλό -πιο “αντί- λογοτεχνικό" θά ’λεγε κανείς ίσως- τρόπο. Έβαλα τα “γράμματα ” στην απόλυτη χρονολογική τους σειρά»7.
Και τα δύο έργα λοιπόν επικαλούνται την ελάχιστη δυνατή επέμβαση του συγγραφέα. Θέλουν να είναι η γυμνή και αστόλιστη αλήθεια. Ο συγγραφέας παρουσιάζεται πολύ πρόθυμος να αυτοκαταργηθεί: «θά ’θελα καλύτερα νά ’σπαζα τα κοντύλια και νά ’σκιζα τα χαρτιά», λέει αλλού ο Χατζής σε μια έξαρση περηφάνιας για την παράταξή του: «Τι μπορείς να πεις για τον άνθρωπο που νικάει το καμένο σίδερο; [...] Νιώθω περηφάνια που γεννήθηκα Έλληνας. Είδα, χάρηκα, δυνάμωσα, χόρτασα. Τίποτα δεν απομένει για τη δουλειά του γραμματικού. Κι ωστόσο πρέπει να πω» (σ. 72).
Μια μάχη γίνεται έτσι υψηλό έργο της ανθρώπινης αξίας και της ελληνικής αρετής (ιδού πάλι η ελληνικότητα ταυτισμένη με την αριστερά), μπροστά στην οποία η τέχνη δεν έχει λόγο ύπαρξης. Η τέχνη δεν μπορεί να αγγίξει το μεγαλείο της πράξης. Το μόνο που της μένει ίσως είναι να την υμνήσει ή να την προπαγανδίσει.
Η δευτερεύουσα σημασία της τέχνης είναι φυσικό να προβάλλει σε εποχές έντονης δράσης. Μου έρχεται στον νου το ωραίο διήγημα του Σωτήρη Πατατζή «Το χοντρό βιβλίο» από τα Ματωμένα χρόνια (1946). Εκεί ένας αγράμματος άνθρωπος στην Κατοχή θαυμάζει τους μορφωμένους νεαρούς φίλους του και το χοντρό βιβλίο που χρησιμοποιούν, ένα λεξικό. Οι μορφωμένοι νέοι προσπαθούν να τον πείσουν ότι τα πιο σπουδαία βιβλία είναι αυτά που γράφονται με αίμα, και πράγματι όταν εκείνος θυσιάζεται ηρωικά, οι νέοι αποφαίνονται με συγκίνηση ότι ο αμόρφωτος σύντροφός τους «γράφει» τώρα το βιβλίο.
Και εδώ η πράξη είναι σημαντικότερη από την τέχνη, όμως αποφεύγεται η υπερβολή που χαρακτηρίζει και σε αυτό το σημείο τον Χατζή: «καλύτερα νά ’σπαζα τα κοντύλια». Για τις υψηλές πράξεις αυτοθυσίας στην αντίσταση δεν βρέθηκε, αν δεν κάνω λάθος, κανείς να πει πως πρέπει να καταργηθεί η γραφή. Κι αυτό είναι, πιστεύω, επίσης χαρακτηριστικό.
Ο Εμφύλιος είναι γενικά μια εποχή όπου το νόημα του να γράφει κανείς αμφισβητείται. Συνήθως αμφισβητείται με έκδηλη αγωνία και απελπισία. Η Μέλπω Αξιώτη στο Παρίσι δεν γράφει λογοτεχνία παρά μόνο καταγγελίες εναντίον του εμφυλιοπολεμικού κράτους. Ο Θεοτοκάς στην Αθήνα αναρωτιέται προς τι να γράφει κανείς, αφού δεν υπάρχει πλέον κοινό να τον διαβάσει8.
Ο Ρένος Αποστολίδης, όπως είδαμε, μεριμνά μόνο για την καταγραφή της μαρτυρίας. Κι ο Εγγονόπουλος έχει συνθέσει το περίφημο εκείνο ποίημα της αυτοκατάργησης, που το επιγράφει «Ποίηση 1948»:

Τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια.
Σαν πάει κάτι
να
γραφεί,
είναι
ωσάν να γράφονταν
από την άλλη μεριά αγγελτηρίων
θανάτου...9

Ο Χατζής δεν πρέπει να αισθάνεται πολύ διαφορετικά. Όμως τη ματαιότητα της τέχνης κατά την εποχή του εμφυλίου χαλασμού την αντιστρέφει σε μια χαρούμενη αυτοκατάργηση. Αλλά η υπερβολή, όπως είπαμε, μάλλον αναδεικνύει παρά συγκαλύπτει το τραγικό μέγεθος του αδιεξόδου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Δημήτρης Χατζής, Θητεία (αγωνιστικά κείμενα 1940-1950), Αθήνα 1979, σ.33. Α'
δημοσίευση στη «Φωνή του Μπούλκες», Ιούλιος 1948.
2. Πβ. τη διεκδίκηση του συνόλου του ελληνικού πληθυσμού, όπως δίνεται στο τέλος του αφηγήματος: «Τα πολυβολεία που κρατούνε το Ταεροβέτσι χτυπούνε με τον παλμό της καρδιάς τριακόσιων χιλιάδων Ηπειρωτών, εφτά εκατομμυρίων Ελλήνων», ό.π., σ. 94.
3. Βλ. το μελέτημά μου «Η ανδρεία της ευαισθησίας. Ο πόλεμος του ’40 στην ελληνική λογοτεχνία», Ελευθεροτυπία (Βιβλιοθήκη), 29/10/1999, σσ. 4-5.
4. «[Οι δικοί μας] τους τρομάζουν, τους συγχύζουν [τους αντιπάλους], τους σκορπίζουν και τους δεκατίζουν. Και τραγουδάνε. Ο διμοιρίτης Γκόγκος στο λόχο του Σδράβου, τραυματισμένος στα υψώματα της Μεγάλης Ράχης έμεινε στη θέση του και τραγουδούσε ώς την ώρα που μια οβίδα του πυροβολικού τον σκόρπισε ολότελα», σ. 52.
5. Τον χαρακτηρισμό «θαύμα» τον χρησιμοποιεί ο Γιώργος Μαργαρίτης, ο οποίος και περιγράφει αναλυτικότατα τις σχετικές επιχειρήσεις, Ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1946-1949, A ', Αθήνα 2000, σσ. 393-415.
6. Η πληροφορία για την άσχημη κατάσταση νεύρων του Χατζή προέρχεται από συζήτησή μου με τον Νίκο Γουλανδρή.
7. Ρένος Αποστολίδης, Πυραμίδα 67,Αθήνα 1996, σ. ζ'.
8. Γ. Θεοτοκάς και Γ. Σεφέρης, Αλληλογραφία (1930-1966), Αθήνα 1975, σ. 151.
9. Ν. Εγγονόπουλος, Ποιήματα, Β ' Αθήνα 1993, σσ. 157-158.

Δεν υπάρχουν σχόλια: