"Και στο λήσταρχο ψωμί και στ' απόσπασμα χαμπέρι! "

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΞΩΤΙΚΑ

ΟΙ ΞΩΤΙΚΕΣ

Όσο γυρίζουμε πίσω στο χρόνο, τόσο πίστευαν ότι υπάρχουν νεράιδες, ξωτικές, δαιμονικά και γενικά πνεύματα του κακού. Σήμερα τι πιστεύομε; Σαϊταναρέοι μωρέ παιδάκι μου γινήκαμαν μαναχοί μας που ντρομάνε να βγούνε από τεμάς.

Πάνε αυτά γέρασαν, αλλά ο Θοδωρής του Γιωρσολή ήταν κατηγορηματικός: Υπάρχουν, πως κάνουν αδά. Στο αλώνι του Στραβέλη είναι σιούσιαλο άμα θέλεις σύρε να τις δεις με τα μάτια σου εγώ μια βολά τις είδα.

Ένα μεσημέρι εκεί που κάθουμουν στον κώλο του δέντρου, ακούω απότομα αχολοή. Μπα, τι σκασμό βογγάει λέω γω, άντα τηράω τι να δω, έξη αντάμα είχανε πιάκει το χορό. Τι χόρευαν; Χορούς χόρευαν στα δυο, στα τρίγια όπως εμείς κι αυτές δε σου πέραγε από το μελό ότι είναι ξωτικές. Ήταν όμορφες; Ε εεε τι νάβλεπες. Ψηλές, σπαθάτες, με κόσες μέχρι κάτω, με μαντήλια άσπρα, τα φρύδια μαύρα και το πρόσωπο σαν γάλα. Η μια ρίχτηκε να με βαρέσει που ξέρω γω τι στραπή τη χτύπησε, έρθε καταπάνω μου…

Άψε που σκιάχτηκα μη με βάλλουν στο χορό όπως τόχα πάθει την άλλη φορά που πιάστηκα από το περνάρι του παπαρόκα και δόστου χορό, σαν να μου βάρεγαν πέντε τακίμια βιολιά. Ρίξου, ρίξου είπα θα με πιάκει η δείλια…

Άλλη φορά είδα δυό αντάμα. Κάνω έτσι μες τα πρόβατα αυτές σαν νοικοκυρές. Σκιάχτηκαν αυτά και μαζεύτηκαν κώλο με κώλο σε μια γούρα. Την άλλη μέρα έτσι κι έτσι λέω του Αηδόνη: Πού ωρέ μου λέει αυτός. Για παρέκει στη γούρα. Αααα, εκεί είναι σκοτωμένος μη κοιμάσαι εκεί μου λέει εμένα, έχουν να κάνουν αυτές εκεί. Άμα κρίνεις, σου πήραν τη φωνή όπως της Κουκουρούς που έμεινε σαράντα μέρες βουβή.

Την άλλη φορά είδα καμιά δεκαριά στη γράβα του Βενέτη μες το δρόμο πανίδρομα. Είχανε πράσινα φορέματα, μαντήλια άσπρα στο κεφάλι, κόσες, ποδιά και στα ποδάρια κοντούρες.

Τηράω κι εγώ τ’ είναι τούτο λέω, απαρατάω τα πρόβατα και φανερώθηκα στο χωριό.

Άλλες είδες; Είδα λέει στα Φορτόπια στ’ Αμπέλια, διάβαιναν στην κορφή τα δέντρα σαν τουλούπες. Γιατί ο ανεμοστρόβιλος τι είναι ξωτικές δεν είναι, μοναχός του γίνεται; Πότε βγαίνουν; Ολοένα βγαίνουν τη νύχτα, το μεσημέρι, τα δωδεκαήμερα προπάντως λυσσάζουν και λαβώνουν.

Μια φορά τι τους έκανε ένας που ήταντος χειρότερος από ταύτες. Κρύφτηκε κοντά στο νερό και παραμόνευε. Μια έκανε παρέκει να απλώσει το μαντήλι. Έτσι είσαι εσύ της λέει θα σε σιάσω γω. Χωπ κάνει αρπάζει το μαντήλι και φανερώθηκε στο χωριό.

Ανοίγει την άλλη μέρα την πόρτα τι να δει, η ξωτικιά εκεί, ήθελε το μαντήλι. Μαντήλι δεν γλέπεις στα μάτια της λέει, μάναχα να δω τι δρόμο θα πιάκω μετεσένα. Στον πάτο την πήρε νύφη και απόχτησαν δυό πλασούδια….

Καλά δεν σκιάζονται πως βγαίνουν στον απάνω κόσμο; Τι να σκιαχτούν αλήθεια λες, αυτές είναι πράμα του κερατά πούθε να κάνουν κακό, μάναχα η εμορφιά είναι από ταύτες. Από κάλλη δεν παίρει άλλο έλεγες νάχα κι άλλα μάτια να τις έβλεπα, γυναίκες με τα όλα τους όχι γκαστούρικες σαν τις δικές μας.

Αυτές δεν σκιάζονται κανέναν εξόν τον μαύρο πέτο. Αυτός τους χέζει τον πατέρα, έτσι και λαλήσει γένονται άφαντες…

Κώστας Σ. Σπυρόπουλος, Βιώματα και νοσταλγικές αναμνήσεις από τη Σίδερη Θεσπρωτίας, Αθήνα 1992, σ. 258-259.

Δεν υπάρχουν σχόλια: