Σάββατο 6 Αυγούστου 2011
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΞΩΤΙΚΑ
Ο τίτλος ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΞΩΤΙΚΑ ίσως αλλάξει στην πορεία.
Ελπίζω να μαζέψω αρκετές από τις ιστορίες
που έχουν αποθησαυρίσει στα βιβλία τους
(μερικά από τα οποία είναι σπάνια)
οι Θεσπρωτοί λογοτέχνες, λαογράφοι, ιστορικοί.
Ευπρόσδεκτη κάθε βοήθεια!
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΞΩΤΙΚΑ
Η ΜΑΥΡΟΦΟΡΑ
-Την είδα με τα μάτια μου. Αν δε βλέπω εσένα τώρα για, άλλο τόσο δε είδα και κείνη. Μήνα την είχα αλλάργα; Πέντε μέτρα. Το ξεροτοίχι μας χώριζε. Κάθε φορά που περνάω κοιτάω τον τόπο μήπως την ξαναϊδώ.
-Δεν είμαι παιδάκι να φαντασιολογώ, ούτε κοιμόμουν και ονειρεύομουν, ή άρρωστος και θερμασμένος να πλάθω φαντάσματα. Ήταν Φλεβάρης του 1960. Ο ήλιος βρίσκονταν στη δύση. Τ’ απόσκια μόλις είχαν διαβεί από το Παλιοκκλήσι κι οι πλαγιές του Μπουζουριού έλαμπαν στο ηλιοβασίλεμα. Πήγαινα απάνου στη στάνη, στο Κολομπόνι, ερχόμενος από τον κάμπο καβάλα στο μουλάρι. Πλησιάζοντας το παλιοκκλήσι, άρχισε το μουλάρι να σκιάζεται και να φυσάει «φουρ φούρ». Γυρίζω το κεφάλι προς την εκκλησιά και βλέπω μια μαυροφόρα να στέκεται ορθή κυτάζουντας προς τ’ απάνου, προς το Τροχάλι. Μόρχεται φόβος και ξεπεζεύω. Κρατώ γερά το μουλάρι από το καπίστρι που όλο με σπρώχνει και βιάζεται να προσπεράσει. Η μαυροφόρα κατηβαίνει από το χάλασμα και περπατάει πλάι μου. Παίρω λιθάρια στα χέρια να την πετροβολήσω, αλλά τα χέρια μου πιάνονται.
-Αδιάφορη η μαυροφόρα σα να μη μ’ έβλεπε, αμίλητη, πηγαίνει παραπανούλα κι ανηβαίνει στον αποπάνου χαλασμένο τοίχο της εκκλησιάς. Την κοιτάζω από το κεφάλι ως τα ποδάρια. Είναι νέα, είκοσι εικοσιδύο χρονών, με πρόσωπο ασπροκίτρινο. Μοιάζει με ταπεινή καλογριά που κλεισμένη στο μοναστήρι δε βλέπει ήλιου μάτι. Τα μαλιά της χρώματος καφέ πεύτουν προς τα πίσω. Το μαύρο της φόρεμα, φτάνει ως τον πάτο τα ποδάρια. Διακρίνονται μονάχα τα άκρα των δαχτύλων των χεριών ενώ τα ποδάρια δεν φαίνονται αν είναι ξυπόλυτη ή ποδεμένη.
Ανηφορίζοντας κι όλο κοιτάζοντας προς τα πίσω να ιδώ μήπως έρχεται κοντά μου φτάνω στη στάνη. Εκεί βρίσκω κι άλλους δυο δικούς μου. Τους δείχνω τη μαυροφόρα που ακόμα στέκεται ψηλά στο χάλασμα κι αγναντεύει προς εμάς. Φωνάζομε τα σκυλιά που περιφέρονται κοντά μας και τα σαινάμε. Γαυγίζοντας χύνονται κατ’ απάνου, αλλά μόλις φτάνουν εκεί σταματούν απότομα σα να συνάντησαν γνωστό της στάνης άτομο κι επιστρέφουν ημερομένα.
-Γιατί δε πήγατε κι εσείς μαζί με τα σκυλιά να ιδήτε τι θα γίνει;
-Σκιαχτήκαμαν τι να σου πω; Ήταν θεοτικό πράμα. Πιστεύομε πως η μαυροφόρα ήταν καλόγρια που έμνησκε στο μοναστήρι ή καμιά αγία και ποιος ξέρει τώρα τι γυρεύει από μας.
Σπύρου Μουσελίμη, Ιστορικοί περίπατοι ανά τη Θεσπρωτία, Γιάννινα 1997,σ. 188-9
Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΞΩΤΙΚΑ
Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ
Ήταν νύχτα. Απάν’ από το βουνό της Πετροβίτσας είχε βγει η Πανούκλα και κά’ουνταν καταραχίς. Η άη-Παρασκευή από κάτου από το Γκουσμπάνι όντας την κατάλαβε βήκε από την εκκλησιά τ’ς όξω κι έσκουζε για το μεγάλο κακό που θα γένονταν στο χωριό. Έσκουζε τόσο πολύ που ο σκουσμός ακούονταν ως την Κοκκινιά και το Παλιοχώρι. Η πανούκλα ήταν τρεις αρρώστιες. Κατέβηκε κι έπλυνε πολύν κόσμο. Όσοι γλύτωσαν πήραν τα μάτια τους. Πήγαν στα μέρια της Κόνιτσας κι έχτισαν εκεί καινούριο Γκουσμπάν’…
Σπύρου Μουσελίμη, Ιστορικοί περίπατοι ανά τη Θεσπρωτία, Γιάννινα 1997,σ. 119
Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΞΩΤΙΚΑ
ΤΟ ΠΕΙΡΑΣΜΙΚΟ
Σ’ ένα χωριό ήταν μια γυναίκα χήρα κι είχε ένα παιδί και τση πέθανε. Κι η μάνα του μοιργιολόγαε μεσάνυχτα. Τότες ήταν τα δωδεκάημερα και τση παρουσιασ’κε μια γυναίκα με τη ρόκα γνέθουντας κι έκατσαν και κουβέντιασαν πολλήν ώρα. Κι η γυναίκα αυτή όμοιαζε με μια γειτόν’σσά τ’ς. Κι όντας κίν’σε να φύει άφ’κε τη ρόκα μέσα και κατούρησε πίσω τη θύρα. Πάει στο νεκροταφείο κι έβγαλε το παιδί από τη γούρα και το πήρε.
Η χήρα μοτ’ είδε τη γυναίκα που κατούρ’σε στη θύρα κι έφ’γε έτρεξε σε μια γειτόν’σσα και τσ’ είπε: -έρθ’ η κυρά, εννοώντας τη γειτόνισσα, κάτσαμαν, κουβεντιάσαμαν, κι έπ’ τα σ’κώθ’κε, αφ’κε τη ρόκα μέσα και κατούρ’σε στη θύρα κι έφ’γε. Κείνη κατάλαβε όπου η γυναίκα που τση πάει ήταν πειρασμικό, παγανιά, και τση λέει τση χήρας: - Φέα γλή’ορα, βγαλ’ τη ρόκα και το κάτ’ρο όξω γιατί αυτή ήταν πειρασμικό.
Αρέντα η χήρα πααίν’, πετάει τη ρόκα όξω, βγάζ’ και το κάτ’ρο με το τσαπί, γιατί ήταν στρωτό το σπίτ’ κι έκατσε.
Η παγανιά φέρ’ το παιδί τ’ς απόξω και φωνάζ’ :
-Κυρά, ωρ’ κυρά, άνοιξε μωρή.
Η χήρα δεν απολογιούνταν. Ίτσ’ κρισ’.
-Άνοιξε εσύ κάτ’ρο, λέει του κάτ’ρου.
-Ειμαι όξω, τσ’ τση λέει εκείνο, πώς ν’ ανοίξω;
-Αν’ξε συ ρόκα, κραιν’ τση ρόκας.
-Είμαι όξω, τσ’ απολογιέται εκείνη.
-Τι να σου κάμω τώρα καημέν’ λέει η παγανιά τη χήρα, α δε σ’ έκανα νάτρω’ες το παιδί σ’, και σκώθ’κε κι άφ’κε το παιδί απ’ όξω.
Το πουρνό που σκώθ’καν πήραν το παιδί και τόθαψαν.
Γι αυτό ούτε ψέλλ’ν τσου πεθαμέν’ς ούτε μοιργιολογάν τα δωδεκάημερα ούτε καν’ να βγαίν’ όξω τη νύχτα κα’ένας…
Σπύρου Μουσελίμη, Το Πόποβο, Ιστορική μονογραφία, Γιάννινα 2001, σ. 143-144.
Τρίτη 2 Αυγούστου 2011
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΞΩΤΙΚΑ
ΟΙ ΞΩΤΙΚΕΣ
Όσο γυρίζουμε πίσω στο χρόνο, τόσο πίστευαν ότι υπάρχουν νεράιδες, ξωτικές, δαιμονικά και γενικά πνεύματα του κακού. Σήμερα τι πιστεύομε; Σαϊταναρέοι μωρέ παιδάκι μου γινήκαμαν μαναχοί μας που ντρομάνε να βγούνε από τεμάς.
Πάνε αυτά γέρασαν, αλλά ο Θοδωρής του Γιωρσολή ήταν κατηγορηματικός: Υπάρχουν, πως κάνουν αδά. Στο αλώνι του Στραβέλη είναι σιούσιαλο άμα θέλεις σύρε να τις δεις με τα μάτια σου εγώ μια βολά τις είδα.
Ένα μεσημέρι εκεί που κάθουμουν στον κώλο του δέντρου, ακούω απότομα αχολοή. Μπα, τι σκασμό βογγάει λέω γω, άντα τηράω τι να δω, έξη αντάμα είχανε πιάκει το χορό. Τι χόρευαν; Χορούς χόρευαν στα δυο, στα τρίγια όπως εμείς κι αυτές δε σου πέραγε από το μελό ότι είναι ξωτικές. Ήταν όμορφες; Ε εεε τι νάβλεπες. Ψηλές, σπαθάτες, με κόσες μέχρι κάτω, με μαντήλια άσπρα, τα φρύδια μαύρα και το πρόσωπο σαν γάλα. Η μια ρίχτηκε να με βαρέσει που ξέρω γω τι στραπή τη χτύπησε, έρθε καταπάνω μου…
Άψε που σκιάχτηκα μη με βάλλουν στο χορό όπως τόχα πάθει την άλλη φορά που πιάστηκα από το περνάρι του παπαρόκα και δόστου χορό, σαν να μου βάρεγαν πέντε τακίμια βιολιά. Ρίξου, ρίξου είπα θα με πιάκει η δείλια…
Άλλη φορά είδα δυό αντάμα. Κάνω έτσι μες τα πρόβατα αυτές σαν νοικοκυρές. Σκιάχτηκαν αυτά και μαζεύτηκαν κώλο με κώλο σε μια γούρα. Την άλλη μέρα έτσι κι έτσι λέω του Αηδόνη: Πού ωρέ μου λέει αυτός. Για παρέκει στη γούρα. Αααα, εκεί είναι σκοτωμένος μη κοιμάσαι εκεί μου λέει εμένα, έχουν να κάνουν αυτές εκεί. Άμα κρίνεις, σου πήραν τη φωνή όπως της Κουκουρούς που έμεινε σαράντα μέρες βουβή.
Την άλλη φορά είδα καμιά δεκαριά στη γράβα του Βενέτη μες το δρόμο πανίδρομα. Είχανε πράσινα φορέματα, μαντήλια άσπρα στο κεφάλι, κόσες, ποδιά και στα ποδάρια κοντούρες.
Τηράω κι εγώ τ’ είναι τούτο λέω, απαρατάω τα πρόβατα και φανερώθηκα στο χωριό.
Άλλες είδες; Είδα λέει στα Φορτόπια στ’ Αμπέλια, διάβαιναν στην κορφή τα δέντρα σαν τουλούπες. Γιατί ο ανεμοστρόβιλος τι είναι ξωτικές δεν είναι, μοναχός του γίνεται; Πότε βγαίνουν; Ολοένα βγαίνουν τη νύχτα, το μεσημέρι, τα δωδεκαήμερα προπάντως λυσσάζουν και λαβώνουν.
Μια φορά τι τους έκανε ένας που ήταντος χειρότερος από ταύτες. Κρύφτηκε κοντά στο νερό και παραμόνευε. Μια έκανε παρέκει να απλώσει το μαντήλι. Έτσι είσαι εσύ της λέει θα σε σιάσω γω. Χωπ κάνει αρπάζει το μαντήλι και φανερώθηκε στο χωριό.
Ανοίγει την άλλη μέρα την πόρτα τι να δει, η ξωτικιά εκεί, ήθελε το μαντήλι. Μαντήλι δεν γλέπεις στα μάτια της λέει, μάναχα να δω τι δρόμο θα πιάκω μετεσένα. Στον πάτο την πήρε νύφη και απόχτησαν δυό πλασούδια….
Καλά δεν σκιάζονται πως βγαίνουν στον απάνω κόσμο; Τι να σκιαχτούν αλήθεια λες, αυτές είναι πράμα του κερατά πούθε να κάνουν κακό, μάναχα η εμορφιά είναι από ταύτες. Από κάλλη δεν παίρει άλλο έλεγες νάχα κι άλλα μάτια να τις έβλεπα, γυναίκες με τα όλα τους όχι γκαστούρικες σαν τις δικές μας.
Αυτές δεν σκιάζονται κανέναν εξόν τον μαύρο πέτο. Αυτός τους χέζει τον πατέρα, έτσι και λαλήσει γένονται άφαντες…
Κώστας Σ. Σπυρόπουλος, Βιώματα και νοσταλγικές αναμνήσεις από τη Σίδερη Θεσπρωτίας, Αθήνα 1992, σ. 258-259.
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΞΩΤΙΚΑ
Οι νεράιδες
Κατά την πίστη των χωρικών εδώ, οι νεράιδες είναι πολύ όμορφες κοπέλλες, στα άσπρα συνήθως ντυμένες, που τριγυρνάνε τα μεσημέρια ή τις νύχτες. Κι αν τύχη κανείς στο πέρασμά τους, τον περιτριγυρίζουν, χορεύουν γύρω-γύρω, του μιλούν και προσπαθούν να τον φέρουν κοντά τους. Αν τους μιλήσει από κείνη τη στιγμή θα μείνει βουβός ή άλλη αρρώστια μπορεί να τον βρή. Πολλές φορές παίρνουν τον άνθρωπο, τον σηκώνουν ψηλά κι ύστερα λένε, τον αφήνουν και πέφτει κάτω και χτυπάει πολύ. Μπορεί και να σκοτωθή. Αυτές κουνάνε τον αέρα, γίνεται ρούφουλας (=σίφουνας), που μπορεί να ξεριζώση δέντρα, να σηκώση τις στέγες από τα σπίτια ή να σκοτώση ολόκληρο κοπάδι από πρόβατα. Κάθε άνθρωπος μπορεί να προσβληθή από τις νεράιδες, αλλά πιο πολύ απ’ όλους προσβάλλεται η λεχώνα γυναίκα.
Αυτή δεν πρέπει να βγαίνη έξω από το σπίτι της σαράντα (40) ολόκληρες ημέρες από τη στιγμή, που θα βασιλέψη ο ήλιος ως την άλλη μέρα το πρωί. Δεν πρέπει επίσης να περάση από χαράδρες και ρεύματα, γιατί κατά την πίστη τους είναι περάσματα “διαβάσματα” των νεράιδων. Διηγούνται γεγονότα σχετικά με τις νεράιδες, που έτυχε να συμβούν σε μερικούς απ’ το χωριό. Ένας χτυπήθηκε, λένε, απ’ αυτές με αποτέλεσμα να τον πιάνη κατόπι σεληνιασμός, Άλλη μια γυναίκα, νεραϊδοχτυπημένη, έμεινε βουβή κι ο γιατρός που καλέστηκε, δεν μπορούσε να προσφέρη καμιά βοήθεια.
Όταν βγης, λένε, έξω τη νύχτα κι ακούσης κάποιον να σε φωνάζει στο όνομά σου, δεν πρέπει να του μιλήσης. “Είναι η μοίρα σου, που σε φωνάζει και θέλει να σου πάρη τη λαλιά Γι αυτό αν μιλήσης, αν αποκριθής, θα μείνης βουβός και θα πέσης βαριά στο στρώμα”…
Γαρυφαλλιάς Φίλη-Μπέσιου, Ο Αμπελώνας Φιλιατών, Λαογραφικά σύμμεικτα, Ιωάννινα 1972,σ.42-43.